Αλ. Τσίπρας στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ: Να πάμε σε εκλογές λύτρωσης και αλλαγής.

10623948_841051882613456_8584406612842457547_o«Βέβαιος» για την έλευση ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος.

Μάλιστα, τόνισε ότι «αυτός ο προϋπολογισμός θα είναι ο τελευταίος μνημονιακός προϋπολογισμός» και συμπλήρωσε ότι «ο ορίζοντας της σημερινής κυβέρνησης δεν ξεπερνά την προεδρική εκλογή του Φεβρουαρίου».

Επιπλέον, διεμήνυσε ότι «η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να δεχτεί ούτε προαπαιτούμενα ούτε απαιτούμενα».

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έκανε ιδιαίτερη μνεία στην «αποκάλυψη της κυριακάτικης Αυγής» για τα νέο ασφαλιστικό και προειδοποίησε ότι «μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ποσο ανατριχιαστικό είναι το μέλλον που μας ετοιμάζουν».

Τέλος, σχολιάζοντας τις τελευταίες εξελίξεις στα ελληνο-τουρκικά, υπογράμμισε ότι «το ανώτατο συμβούλιο συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας δεν πρέπει να ενταχθεί σε μια επικοινωνιακή λογική επικάλυψης της έντασης με σωρεία ανούσιων διακηρύξεων».

Ολόκληρη η ομιλία του προέδρου της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα:

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από μια θεμελιακή, κατά τη γνώμη μου, διαπίστωση:

Η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι μετά τη μεταπολίτευση.

Δυο πολιτικές, δυο στρατηγικές, δυο μπλοκ δυνάμεων συγκρούονται και η έκβαση της σύγκρουσής τους θα καθορίσει την πορεία της πατρίδας μας για πολλά χρόνια.

Από τη μια οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που είτε θεωρούν είτε τους βολεύει να θεωρούν φυσική, ή ακόμα και απαραίτητη, την τραγωδία που παράγει η σημερινή πολιτική της συγκυβέρνησης, τα μνημόνια και τα προαπαιτούμενα.

Από την άλλη οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ανοίγουν νέους δρόμους, που μάχονται για την ανατροπή αυτής της πολιτικής και της δυστυχίας που παράγει.

Οι δυνάμεις που παλεύουν για να ανοίξει ένας άλλος, ριζικά αντίθετος, δρόμος για την πατρίδα.

Ισχυρότερος, πιο σταθερός και πιο αποφασιστικός ανάμεσά τους, ο ΣΥΡΙΖΑ.

Μέσα στην εξέλιξη αυτής της αντιπαράθεσης όλα επανακαθορίζονται.

Οι θεσμοί, η δημοκρατία, οι αντιλήψεις που φάνταζαν παγιωμένες, η διάταξη των κοινωνικών δυνάμεων, η αντιστοίχησή τους με τα πολιτικά κόμματα.

Η εργατική τάξη γνωρίζει μια πρωτοφανή επίθεση εις βάρος του βιοτικού της επιπέδου, των ελευθεριών της, του καθεστώτος που διέπει τις εργασιακές σχέσεις.

Η μεσαία τάξη, οι βιοτέχνες, οι επαγγελματίες, κυριολεκτικά αφανίζονται κάτω από το βάρος μια φορολογικής πολιτικής, που έχει λάβει το χαρακτήρα κρατικής ληστείας.

Τα στρώματα της διανόησης μαστίζονται από την ανεργία, την ηθική απαξίωση, τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα.

Και η νεολαία έχει γίνει σάκος του μποξ μιας πολιτικής που την ωθεί στο παραγωγικό και κοινωνικό περιθώριο.

Και της στερεί όχι μόνο το δικαίωμα στη δουλειά και στη δημιουργία, αλλά και το δικαίωμα στην ελπίδα.

Το δικαίωμα να μείνουν στο τόπο τους τα νέα παιδιά και να δουλέψουν, να ζήσουν με αξιοπρέπεια.

Αυτό το ζόφο, κάποιοι τον ονομάζουν μεταρρύθμιση.

Αυτή την τραγωδία, κάποιοι τη διαφημίζουν ως απαρχή της νέας Ελλάδας.

Και τις επαναλαμβανόμενες υποχωρήσεις στα εγχώρια κέντρα και τη Γερμανική ηγεσία, τις ονομάζουν διαπραγμάτευση.

Το που οδηγεί αυτή η πολιτική κι αυτό το πλεόνασμα δυστυχίας και οργής, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε.

Είδαμε τις τελευταίες μέρες να καταστρέφονται ακόμα και τα κυβερνητικά χαλκεία ψεύτικων ελπίδων.

Η αποκάλυψη της Κυριακάτικης Αυγής για το τι ετοιμάζουν με τις συντάξεις, με το ασφαλιστικό, με τις απολύσεις, με το δικαίωμα της απεργίας, είναι ανατριχιαστική.

Μιλάμε, συντρόφισσες και σύντροφοι, για ένα είδος τελικής κοινωνικής λύσης.

Μιλάμε για την απόδειξη των αποδείξεων ότι αυτός ο κατήφορος καταλήγει από κάθε άποψη στο μεσαίωνα.

Καταλήγει στο να είναι η Ελλάδα τελευταία στο δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως έδειξε το Γραφείο κρατικού προϋπολογισμού, της Βουλής.

Και αυτή την τελευταία θέση ο κ. Σαμαράς διεκδικεί να την κατοχυρώσει εις το διηνεκές, με το υποτίθεται τελευταίο κύμα προαπαιτούμενων που γελοιωδώς προσπαθούν να την ονομάσουν έξοδο από το μνημόνιο.

Οι δεκαεννιά απαιτήσεις της τρόικας, που είδαν επίσης το φως της δημοσιότητας, συμπληρώνουν το μακάβριο σκηνικό.

Τίποτε δεν έχουν σκοπό να αφήσουν όρθιο.

Και επείγονται να ολοκληρώσουν και να θωρακίσουν θεσμικά την αγριότητα, τώρα που έχουν να κάνουν με κυβέρνηση προθύμων.

Με προφανή σκοπό να δέσουν τα χέρια της επερχόμενης κυβέρνησης και να την υποχρεώσουν να ακολουθήσει την ίδια πολιτική καταστροφής.

Οφείλω στο σημείο αυτό να είμαι καθαρός προς κάθε κατεύθυνση.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να δεχτεί ούτε προαπαιτούμενα, ούτε απαιτούμενα, ούτε τίποτε από όσα αυτή τη στιγμή σε διάφορα μέτωπα επιχειρείται να επιβληθούν.

Η συνέχεια του κράτους δεν σημαίνει για μας συνέχεια της υποταγής και της καταστροφής.

Άλλο συνέχεια του κράτους άλλο συνέχεια του μνημονίου.

Γιατί έχει κι ο ελληνικός λαός το δικό του προαπαιτούμενο από μας:

Που είναι το προαπαιτούμενο της αντίστασης, της ανατροπής της σημερινής πολιτικής και πορείας.

Το προαπαιτούμενο της σκληρής διαπραγμάτευσης για τα πάντα.

Και πρώτα για τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, που δεν θα πάψουμε να επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι βιώσιμο, αν μιλάμε για βιώσιμη κοινωνία και βιώσιμη χώρα.

Αλλά και για το άλλο το ιστορικό χρέος, που παρά τα χρόνια που περάσανε δεν το έπνιξε η λήθη.

Μιλώ για τη διεκδίκηση του ιστορικού χρέους της Γερμανίας προς τους λαούς της Ευρώπης, αναφορικά με την αποπληρωμή του Κατοχικό δανείου και την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων.

Και σε αυτό το σημείο θέλω να συγχαρώ για άλλη μια φορά τον ακάματο Μανώλη Γλέζο, που μπορεί να λείπει από τη Βουλή, αλλά η παρουσία του στην ευρωβουλή είναι εξόχως ουσιαστική.

Και η επιτυχία της κοινής συνέντευξης τύπου που έδωσε τη περασμένη εβδομάδα, με τη Γερμανίδα Πρόεδρο της ευρωομάδας της αριστεράς, είναι ενδεικτική των δυνατοτήτων μας αλλά και της δύναμης της αλληλεγγύης.

Όταν λοιπόν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα αναθεωρεί τον προϋπολογισμό και θα εγγράφει σε αυτόν και τις απαιτήσεις του ανεξόφλητου Κατοχικού δανείου, να γνωρίζετε ότι δε θα είμαστε καθόλου μόνοι στην Ευρώπη.

Ακόμη και μέσα στη Γερμανία θα υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις που θα υποστηρίζουν την δικαίωση αυτής της ιστορικής διεκδίκησης.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Δεν έχει πια κανένας το δικαίωμα να λέει ότι δεν γνωρίζει που βαδίζουμε και που μας οδηγεί η κυβέρνηση Σαμαρά.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον είναι η στιγμή όλοι οι πολίτες να αναρωτηθούν:

Είναι δυνατό μια κυβέρνηση χωρίς κανένα κύρος, χωρίς τη λαϊκή αποδοχή, χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης και διαπραγμάτευσης, να εκπροσωπεί αυτή τη στιγμή μια κοινωνία και μια χώρα σε κατάσταση υψηλού κινδύνου;

Είναι δυνατό μια πολιτική παθητικής αποδοχής εντολών να οδηγήσει την Ελλάδα στην ασφάλεια, στην ανάκαμψη, στην ανάπτυξη, σε στοιχειώδη έστω κοινωνική δικαιοσύνη;

Είναι δυνατό να επενδύσει κανείς οποιαδήποτε ελπίδα σωτηρίας στις ίδιες πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και στα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες λογικές, στις ίδιες γερασμένες και εν πολλαίς αμαρτίαις πεσούσες, κομματικές και οικονομικές ελίτ, που οδήγησαν τη χώρα στη δίνη της κρίσης και ύστερα στη σημερινή τραγωδία εν ονόματι της αντιμετώπισης της κρίσης;

Και κάτι περισσότερο και ακόμα πιο κρίσιμο: Είναι δυνατό, σε μια στιγμή που οι γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν, που η Άγκυρα προκαλεί με κινήσεις Μπαρμπαρός, που συμμαχίες και μέτωπα στην περιοχή μας επανακαθορίζονται, να αποφασίζει για μας, χωρίς εμάς, μια κυβέρνηση φθαρμένη όσο δεν παίρνει, εξαρτημένη όσο δεν παίρνει, ανασφαλής όσο δεν παίρνει;

Και επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο μια αναφορά στις σοβαρές εξελίξεις και στις εστίες κρίσης στην ευρύτερη περιοχή μας.

Καταρχάς να επαναλάβω ότι η αποστολή από πλευράς της Τουρκίας ερευνητικού σκάφους, συνοδευόμενου από πολεμικά πλοία, προκειμένου να διεξάγει σεισμικές έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, αποτελεί απροκάλυπτη παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατοχυρώνονται από το διεθνές δίκαιο.

Και αυτή η προκλητική παραβίαση πρέπει άμεσα να τερματιστεί.

Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να στέκεται στο πλάι της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Κυπριακού λαού, καθιστώντας σαφές ότι ο μόνος δρόμος για επίλυση των διαφορών στην περιοχή είναι ο διάλογος και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου.

Και όχι η δημιουργία τετελεσμένων μέσω μονομερών προκλητικών ενεργειών.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξαντληθεί κάθε διπλωματική δυνατότητα ώστε η Τουρκία να προβεί στην ουσιαστική κίνηση εκείνη η οποία θα αποκλιμακώνει την ένταση, προκειμένου να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.

Η επικοινωνία με την Τουρκική πλευρά είναι απαραίτητη ώστε να καταστούν σαφείς οι σοβαρές συνέπειες που θα είχε μια διεύρυνση της έντασης.

Αλλά και για να επιδιωχθεί η αποκλιμάκωση.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας δεν είναι απλά ένας δίαυλος επικοινωνίας.

Είναι ένα καίριο εργαλείο για την ανάπτυξη των σχέσεων των δύο κρατών.

Η σύγκλησή του απαιτεί τη κατάλληλη προετοιμασία αλλά και τη κατάλληλη χρονική συγκυρία, ώστε το εργαλείο αυτό να αξιοποιηθεί σωστά και να έχει αποτελέσματα.

Να συνεισφέρει στην αποκλιμάκωση της έντασης και στην ενίσχυση των σχέσεων, με σύναψη ουσιαστικών συμφωνιών.

Και όχι απλά να ενταχθεί σε μια επικοινωνιακή λογική επικάλυψης της έντασης, με σωρεία ανούσιων διακηρύξεων.

Παράλληλα, και ειδικά σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, η ενίσχυση της συνεργασίας της Ελλάδας και της Κύπρου με τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Η συνεργασία αυτή, όμως, πρέπει σταθερά να προσανατολιστεί, όχι στην κλιμάκωση της έντασης και στη γεωπολιτική πόλωση, αλλά στην κατοχύρωση της ειρήνης της συνεργασίας και της σταθερότητας.

Στο να καταστούν σαφή προς όλους, τα οφέλη της συνεργασίας επί τη βάσει τους διεθνούς δικαίου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και τα γεγονότα στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου ο εθνικισμός επιβαρύνει την προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ.

Ούτε η κατοχύρωση των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας στην περιοχή, ούτε ο αυτόνομος ρόλος της ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική Δυτικών Βαλκανίων, είναι σήμερα δεδομένοι.

Απαιτούν απτές και όχι επικοινωνιακές πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα μεταξύ των οποίων είναι και η ενίσχυση της Διαβαλκανικής Συνεργασίας.

Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση των Τζιχαντιστών στην περιοχή, που οδηγεί στην επιδείνωση του αιματηρού εμφυλίου πολέμου στην Συρία, στην διάλυση του Ιράκ και στην πολιτειακή κατάρρευση της Λιβύης, αποτελεί εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο του αγώνα κατά των Τζιχαντιστών, να υποστηριχτούν οι Κουρδικές δυνάμεις στη προστασία του Κομπάνι.

Μιας πόλης που αποτελεί μοντέλο και πρότυπο διαπολιτισμικής συμβίωσης, ανεξιθρησκίας και ισότητας των φύλων, στη Μέση Ανατολή.

Το Κομπάνι είναι επιτακτική ανάγκη να κρατήσει και για αυτό χρειάζεται τη στήριξη και την αλληλεγγύη μας.

Το ίδιο επιτακτική είναι και η ανάγκη για μια συγκροτημένη ελληνική στρατηγική που να αξιοποιεί το διπλωματικό και πολιτισμικό κεφάλαιο της Ελλάδας στην περιοχή.

Γενικότερα η χώρα χρειάζεται εξωτερική πολιτική που να ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΔΥΝΑΜΙΚΑ εντός, και πέρα από την ΕΕ καθώς και στις διμερείς της σχέσεις.

Που να προωθεί ΕΝΕΡΓΑ τα συμφέροντα της Ελλάδας και να ενισχύει τον διεθνή της ρόλο.

Αυτήν την εξωτερική πολιτική θα υλοποιήσει μια Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Δεν πέρασε και πολύς καιρός από τότε που η πιο ήπια κατηγορία εναντίον μας ήταν ότι δεν είμαστε ρεαλιστές.

Ότι δεν καταλαβαίνουμε τι γίνεται στην Ευρώπη.

Ότι με την πολιτική μας θα απομονώσουμε την Ελλάδα από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Βλέπετε τώρα και βλέπουν όλοι τι γίνεται στην Ευρώπη.

Βλέπουν όλοι ότι δεν ήταν όνειρο θερινής νύχτας η προσδοκία και η επιδίωξη να λάβει η αντίσταση στη λιτότητα, και στη νεοσυντηρητική αγριότητα ευρωπαϊκές διαστάσεις.

H Ευρώπη αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην δίνη μιας βαθύτατης κρίσης.

Τολμώ να πω: Όπως ακριβώς το είχαμε προβλέψει.

Και η κρίση αυτή δημιουργεί συγκρούσεις ανάμεσα σε χώρες, συγκρούσεις μέσα στις χώρες, αλλά και συγκρούσεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών θεσμών.

Η αντίδραση της Γαλλίας και της Ιταλίας στην εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η πλήρης αποτυχία της πολιτικής της λιτότητας έχει βαθύ κοινωνικό αντίκτυπο.

Στην Ιταλία εκατομμύρια εργαζόμενοι διαδήλωσαν πριν μερικές ημέρες κατά των μέτρων ελαστικοποίησης της εργασίας.

Στο Βέλγιο επίσης.

Στην Ισπανία το Ποδέμος, το ριζοσπαστικό πολιτικό σχήμα που βγήκε μέσα από το κίνημα των πλατειών, εμφανίζεται αυτή τη στιγμή πρώτο στις δημοσκοπήσεις.

Στην Ιρλανδία το Σιν Φέιν διεκδικεί με αξιώσεις την κυβερνητική εξουσία.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η Αριστερά, με διάφορα σχήματα και κομματικές μορφές, ενισχύει την επιρροή και τις θέσεις της.

Η Ευρώπη των εργαζομένων, της αντίστασης, της αντεπίθεσης, η Ευρώπη της Αριστεράς, διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Ούτε η λιτότητα, ούτε η βουλιμία του Βερολίνου, ούτε η συμμαχία των συντηρητικών, δεν θεωρούνται πια αυτονόητο καθεστώς για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ευρώπη κινείται, οι δυνάμεις της αλλαγής είναι σε άνοδο, οι δυνάμεις της συντήρησης διατρέχονται από αντιθέσεις και συγκρούσεις.

Οι δυνατότητες συμμαχιών για μια αριστερή ελληνική κυβέρνηση πολλαπλασιάζονται και η συμπαράταξη των χωρών του νότου γίνεται πια ρεαλιστικός στόχος.

Οι δυνατότητες άσκησης εθνικής πολιτικής αυξάνονται και θα αυξηθούν ακόμα περισσότερο μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ.

Και η Ελλάδα;

Πού είναι η Ελλάδα μέσα σ’ αυτό το κλίμα της αντιπαράθεσης και των αλλαγών;

Η Ελλάδα είναι απούσα. Με βαρύτατη ευθύνη της κυβέρνησης του κ. Σαμαρά.

Απούσα η διατύπωση θέσεων, η επιδίωξη συμμαχιών, η επιθετική διαπραγμάτευση.

Παρούσα μόνο η ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της τρόικας.

Αυτή είναι η πικρή αλήθεια.

Η Ελλάδα δεν υπάρχει στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι παρά μόνο ως πεδίο δοκιμών βαρβαρότητας, ως ικέτης στις αυλές των πλουσίων, ως μεταπράτης της ίδιας της εθνικής και κοινωνικής της υπόστασης.

Ούτε τα νέα μνημόνια όμως, ούτε οι απειλές για την εθνική μας ασφάλεια, ούτε η διεθνής απαξίωση, ούτε η πλήρης ευρωπαϊκή υποβάθμιση, είναι μοιραίες εξελίξεις.

Επιμένουμε και θα επιμένουμε ως το τέλος ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα δεδομένα.

Ότι μπορεί η Ελλάδα να αλλάξει πορεία.

Αυτό όμως απαιτεί άλλη πολιτική, και φυσικά άλλη κυβέρνηση με νωπή και ισχυρή, πανίσχυρη θα έλεγα, λαϊκή εντολή.

Απαιτεί επίσης μια κοινωνία όρθια και έτοιμη όχι μόνο να αντισταθεί στο φόβο, αλλά και να στηρίξει εκείνες τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις, που θα βγάλουν την Ελλάδα από το σημερινό αδιέξοδο.

Αυτή είναι η αμετακίνητη θέση μας και είναι στις δεδομένες συνθήκες μια θέση ευθύνης, δημοκρατίας και ομαλότητας.

Μια θέση που δεν αποσκοπεί να φέρει κάποιους στην εξουσία, στη θέση κάποιων άλλων.

Αλλά αποσκοπεί στην επανεκκίνηση, της δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, των παραγωγικών δυνάμεων, του δυναμισμού και της πρωτοβουλίας των ανθρώπων.

Το πρόγραμμά της Θεσσαλονίκης προδιαγράφει σε ρεαλιστικές γραμμές, αυτή την επανεκκίνηση.

Και αποδεικνύει ότι είμαστε έτοιμοι να πάρουμε εκείνο το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί για τη σωτηρία της πατρίδας και των ανθρώπων της.

Αυτή ήταν εξάλλου και η ουσία του τελευταίου διαβήματός μας στον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Αυτή είναι η ουσία της μάχης μας να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες κοινοβουλευτικές δυνάμεις ώστε να μην μπορέσει, με προκάλυψη την εκλογή νέου προέδρου, να συνεχίσει η συγκυβέρνηση την καταστροφική της πολιτική.

Και να πάμε επιτέλους σε εκλογές λύτρωσης και αλλαγής.

Για να αποφασίσει ο λαός, δημοκρατικά και ομαλά, ποια στρατηγική πρέπει να χαράξει η Ελλάδα για την έξοδο από την κρίση.

Την στρατηγική της υποτέλειας και της κοινωνικής καταστροφής χωρίς αντίκρισμα;

Ή την στρατηγική της κατάργησης των μνημονίων, της αντιπαράθεσης με τις πολιτικές της βαρβαρότητας, της σκληρής διαπραγμάτευσης για την απαλλαγή από την αγχόνη του χρέους.

Την στρατηγική της κυβέρνησης του δικομματικού κατεστημένου;

Ή τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό, όσο σκληρό κι αν ακούγεται είναι το πραγματικό δίλημμα που τίθεται σήμερα.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Θα θέλαμε να είναι αλλιώς, πιο εύκολα, τα πράγματα για τη χώρα και για μια κυβέρνηση της Αριστεράς.

Δεν καθορίζουμε όμως εμείς τις συνθήκες της αντιπαράθεσης και της πάλης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη σταθερή του πορεία, την όσμωσή του με το λαϊκό κίνημα, τις αναλύσεις και τις ιδέες του έχει καταστεί η μοναδική εγγύηση δημοκρατικής ομαλότητας και αλλαγής.

Η πολιτική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ελλάδα θα σταθεί στα πόδια της και θα διαπραγματευτεί με αποφασιστικότητα.

Η πολιτική δύναμη που έχει συγκεκριμένο και ρεαλιστικό σχέδιο για την διέξοδο από την σημερινή κρίση.

Σε κάθε περίπτωση, ο ορίζοντας της σημερινής κυβέρνησης δεν ξεπερνά την Προεδρική Εκλογή του Φεβρουαρίου.

Εμείς όχι μόνο πρέπει να είμαστε έτοιμοι.

Αλλά να επιταχύνουμε τις εξελίξεις.

Να έρθουμε σε ακόμα πιο στενή επαφή με τον λαό.

Να εξηγήσουμε το πρόγραμμά μας.

Να απαντήσουμε στα ερωτήματα.

Να δώσουμε αποφασιστικό τελικό χτύπημα στον φόβο και την αβεβαιότητα.

Να υπερασπιστούμε όσους αγωνίζονται για ζωή, δουλειά και αξιοπρέπεια.

Για δημόσια υγεία.

Για δημόσια παιδεία.

Απέναντι στην κυβερνητική κατάντια που προσπαθεί να καλύψει τα κενά με άνεργους εθελοντές, που θα τους πληρώνει με μόρια.

Να πατήσουμε, επίσης, γερά στο θεμέλιο που πάντα υπολόγιζε η Αριστερά στη στρατηγική και την τακτική της: Στην πολιτική των συμμαχιών.

Χωρίς επιπολαιότητες, αλλά και χωρίς φοβίες.

Με σεβασμό στις αξίες μας, αλλά και στις αξίες όσων βρίσκονται δίπλα μας.

Ας σας θυμίσω μια πολιτική σκέψη που δεν είναι δική μου: Υπάρχουν στιγμές, που πρέπει να διευρύνουμε τα μέτωπα της πάλης ακόμα και με συμμάχους που μας φαίνονται ασταθείς, ταλαντευόμενοι, όχι αρκετά δυνατοί και αποφασισμένοι για να αντέξουν την πορεία μέχρι το τέλος.

Πρέπει να προβληματιστούμε αν σήμερα είναι μια τέτοια στιγμή για την Αριστερά και τη χώρα.

Αν μπορεί να μας βοηθήσει να απαντήσουμε πιο ολοκληρωμένα στο σήμερα, η ενωτική εμπειρία του χτες.

Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να είμαστε συνεπείς, αλλά και ευέλικτοι.

Σταθεροί στις ιδέες μας αλλά και διορατικοί.

Οι αντίπαλοί μας, είναι αλήθεια θα μας ήθελαν κλεισμένους και απομονωμένους στα κάστρα της βεβαιότητας και της υπεροψίας.

Χωρίς να χτίζουμε κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.

Χωρίς να δουλεύουμε για να διευρύνουμε το ρεύμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε χείμαρρο ορμητικό της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής.

Δε θα τους κάνουμε τη χάρη.

Δε πρόκειται να επαναπαυτούμε ούτε στις δημοσκοπήσεις, ούτε στις θετικές ενδείξεις.

Η κυβέρνηση των μνημονίων δε θα πέσει από μόνη της.

Θα τη ρίξουν οι κοινωνικοί αγώνες αλλά και οι πολιτικές πρωτοβουλίες μας, που θα την απομονώσουν καθοριστικά και μέσα και έξω από τη Βουλή.

Πρωτοβουλίες ενωτικές και δημιουργία μετώπων, όπως πολύ πετυχημένα καταφέραμε, σας θυμίζω και στο θέμα της ΔΕΗ και σε αυτό των αιγιαλών.

Πρωτοβουλίες που θα προκαλέσουν θετικές προοδευτικές μετατοπίσεις, και ενεργοποίηση σοβαρών κοινωνικών δυνάμεων.

Και συγκλίσεις, όχι στην βάση της ιδεολογικής καθαρότητας, ούτε στην βάση της ευκαιριακής συμπόρευσης. Αλλά στην βάση της καθαρής και πραγματικής πολιτικής αξιοπιστίας.

Συγκλίσεις με πραγματικό αντίκρισμα στην κοινωνία.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Έχουμε μπροστά μας δύσκολες μάχες.

Είμαι βέβαιος ότι θα πράξουμε το σωστό.

Γιατί είμαστε πια όχι μόνο απείρως πιο ισχυροί από χτες, αλλά και πιο έμπειροι, πιο αποφασισμένοι, πιο σταθεροί στην απόφασή μας να αλλάξουμε την Ελλάδα.

Με εμπιστοσύνη στην κοινωνία, με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις του λαού μας.

Advertisements
  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: