Δύσκολοι καιροί για αριστερούς.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι προσπάθειές μας θα έχουν ευτυχή κατάληξη.
Δρόμο ανοίγουμε, δεν οδηγούμε το ΙΧ μας σε λεωφόρο.
Και η διάνοιξη οδού έχει ανάγκη από τη μεγαλύτερη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων στο στόχο.

Δρόμος_στο_Ζάβατο

Του Χρήστου Γεωργούλα
Πηγή: Epohi.gr

Αναρωτιέμαι: Αν το εξασέλιδο κείμενο που προέκυψε από το τελευταίο Γιούρογκρουπ, της περασμένης Τρίτης, είναι τόσο κακό για εμάς, γιατί από την επόμενη κιόλας στιγμή η νέα ελληνική κυβέρνηση δέχεται πανταχόθεν, από εντός και από εκτός, ασφυκτικές πιέσεις που το ερμηνεύουν ως ανεπαρκές για τους δανειστές και τους εκπροσώπους τους; Μήπως μπροστά στον –κοινό– κίνδυνο, που ήταν ταυτόχρονα και «ένοπλη» απειλή, δηλαδή της κατάρρευσης της Ελλάδας εντός του ευρώ, συμφωνήθηκε ένα κείμενο που πραγματικά αφήνει –μικρά έως ελάχιστα, έστω– περιθώρια στη νέα ελληνική κυβέρνηση να κινηθεί οργανώνοντας προς όφελός της τον περιορισμένο χώρο που θα μπορούσε να εξασφαλίσει;
Εξηγούμαι: Το εξασέλιδο κείμενο που παρήγαγε το Γιούρογκρουπ της Τρίτης είναι αρκετά μακριά από τις επιθυμίες και τις προσδοκίες όλων μας. Το ερώτημα δεν είναι ποιανού οι προσδοκίες είναι αριστερότερες, αλλά τι καλύτερο για τον εργαζόμενο λαό μπορούσε να εξασφαλιστεί. Υπάρχουν ορισμένοι που έχουν ήδη απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: υπό ορισμένες –υποκειμενικές– προϋποθέσεις θα είχαμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα… Όσο, όμως, οι προϋποθέσεις παραμένουν στο πεδίο των υποκειμενικών επιλογών, της κυβέρνησης, τα πράγματα δύσκολα μπορούν να μετρηθούν αντικειμενικά. Το ίδιο και οι ισχυρισμοί τους.

Το καίριο ερώτημα

Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι που απαντούν στο ερώτημα μ’ ένα άλλο ερώτημα: Μπορεί να αναζητήσει κανείς στο πλαίσιο της ευρωζώνης λύσεις ικανοποιητικές για μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστεράς; Ή με το ακόμα πιο στοιχειώδες ερώτημα: Μπορεί κανείς να ασκήσει πολιτική κατά της λιτότητας στην ευρωζώνη, που κυριαρχείται –για την ώρα και το ορατό μέλλον– από το δόγμα της λιτότητας;
Θα πρότεινα να θέσουμε υπό ακόμα πιο σκληρή – αυστηρή μορφή το σχετικό ερώτημα: Επιτρέπεται μια δύναμη της ριζοσπαστικής αριστεράς να θέσει αυτό το ζήτημα εντός της ευρωζώνης, ή υποχρεούται να το τοποθετήσει εξ αρχής –ή κατ΄αρχήν– εκτός;
Αν απαντήσουμε καταφατικά στο δεύτερο σκέλος της διάζευξης, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το κάνουμε σαν επιλογή και όχι σαν «σχέδιο β’» ή σαν πιθανό ακραίο ενδεχόμενο σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης. Και υπό αυτή την προϋπόθεση οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ως συλλογικό πολιτικό υποκείμενο ο ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και ο εταίρος του στην κυβέρνηση, οι ΑΝΕΛ) στα πολιτικά τους προγράμματα δεν περιλαμβάνουν αυτή την εκδοχή. Πέραν αυτού, ούτε στην προεκλογική περίοδο έθεσαν ποτέ υπό την κρίση του εκλογικού σώματος ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τέλος, και μετά το εκλογικό αποτέλεσμα και το σχηματισμό κυβέρνησης, δεν χαράχθηκε διαπραγματευτική γραμμή με βάση αυτή την επιλογή. Αντίθετα, έχει επιλεγεί –ενσυνείδητα υποθέτω– η γραμμή της σκληρής διαπραγμάτευσης με στόχο τον αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό.

Το εφικτό και το ανέφικτο

Όλα αυτά προϋποθέτουν μια παραδοχή: ότι υποθέτουμε, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, πως έχουμε τη δυνατότητα να θέσουμε το θέμα της ανατροπής της πολιτικής τής λιτότητας εντός της ευρωζώνης, με πλήρη συνείδηση των δυσκολιών και των όρων που αυτό το εγχείρημα απαιτεί για να έχει επιτυχία. Ίσως γι’ αυτό και οι πιο πολλοί –αν όχι όλοι– απ’ όσους δεν ικανοποιούνται από την κατάληξη του Γιούρογκρουπ της Τρίτης, κατέθεσαν τις αντιρρήσεις τους στην πρόσφατη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν τις επεξέτειναν μέχρι του σημείου να ζητήσουν αλλαγή στρατηγικής, τελικού στόχου.
Αλλά ας μην κάνουμε ερμηνεία προθέσεων. Όσο δεν αλλάζει ο στρατηγικός στόχος της τρέχουσας περιόδου, δηλαδή η επιδίωξη άσκησης πολιτικής που αμφισβητεί τη λιτότητα και προσδοκά η αμφισβήτηση αυτή να συναντήσει και να ενωθεί με αντίστοιχες αμφισβητήσεις εντός της ευρωζώνης στο άμεσο μέλλον, μπορούμε να έχουμε και να εκφράζουμε πολλές αντιρρήσεις για συγκεκριμένες επιλογές εντάσσοντάς τις στη γενική προσπάθεια της νέας κυβέρνησης να δοκιμάσει στην πράξη, με τεράστιες δυσκολίες, τη στρατηγική που όλοι μαζί, δημοκρατικά επιλέξαμε. Και η οποία, από τις επιθέσεις που δέχεται, φαίνεται ότι εκτιμάται από τον αντίπαλο ως πραγματική απειλή.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι προσπάθειές μας θα έχουν ευτυχή κατάληξη. Δρόμο ανοίγουμε, δεν οδηγούμε το ΙΧ μας σε λεωφόρο. Και η διάνοιξη οδού έχει ανάγκη από τη μεγαλύτερη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων στο στόχο. Κι αν πρόκειται να σκεφτούμε έναν άλλο δρόμο, δεν γίνεται να το κάνουμε σαν μια τακτική κίνηση, αλλά με πλήρη συνείδηση –ως κόμμα– και με προσφυγή σε νέα λαϊκή ετυμηγορία– ως κυβέρνηση.

Και μαζί και χώρια

Ως τότε, καλό είναι να ασκούμαστε πιο εντατικά σε μια αντίληψη για τη σχέση κυβέρνησης –κόμματος– κινήματος, που, θεωρητικά, μάλλον την έχουμε αποδεχθεί, αλλά στην πράξη δεν έτυχε να την έχουμε δοκιμάσει. Η κυβέρνηση είναι κυβέρνηση συντρόφων μας στη συντριπτική πλειοψηφία της. Έχει συγκεκριμένη δουλειά να κάνει, δηλαδή να κυβερνήσει με ταξικό πρόσημο περνώντας μέσα από τις συμπληγάδες που ακροθίξαμε πιο πάνω. Μπορεί να μην πάρει άριστα, αλλά λίαν καλώς ή καλώς. Πάλι «δικιά» μας κυβέρνηση θα είναι και θα έχουμε κάθε λόγο να συμβάλουμε στη βελτίωση της απόδοσής της.
Άλλη, όμως, είναι η δουλειά η δικιά της κι άλλη η δουλειά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει το πρόγραμμά του. Κι αυτό δεν περιορίζεται στο κυβερνητικό πρόγραμμα ούτε βέβαια στις πραγματικές δυνατότητες εφαρμογής του από την εκάστοτε κυβέρνηση. Πολύ περισσότερο που η εφαρμογή του δεν είναι θέμα υποκειμενικών αλλά και αντικειμενικών συνθηκών.
Τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, και ως πολιτικά δρώντες αλλά και ως κοινωνικά δρώντες, στο κίνημα, όσο συντροφικά κι αν νιώθουν με τα κυβερνητικά στελέχη, έχουν διαφορετικό τρόπο να εκφράσουν τη στήριξή τους στην κυβέρνηση από τον «αυτονόητο» απολογητικό: όταν επιδιώκουμε τη σχετική αυτοτέλεια της κυβέρνησης – δημόσιας διοίκησης από το κόμμα, δεν το κάνουμε μόνο για να μην «κομματικοποιηθεί το κράτος», αλλά και για να μην «κρατικοποιηθεί το κόμμα».
Κι αυτή η σχετική αυτοτέλεια, με κριτική υποστήριξη είναι απαραίτητος όρος για να έχουμε μια κυβέρνηση που τη νιώθουμε δική μας, γιατί τη βλέπουμε να παλεύει για τους κοινούς στόχους, πότε με επιτυχία πότε με αστοχίες, κι όχι μια κυβέρνηση Σαμαρά και Σία ή μια κυβέρνηση «εθνικής συνεννόησης», όπως επίμονα προτείνεται ενόψει των δυσκολιών και των ασφυκτικών πιέσεων.

Advertisements
  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: