Αρχείο για 10 Ιουλίου 2015

Το κείμενο της Αριστερής Πλατφόρμας στην ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ.

8d6c47eb8c7c7244d5cff5b4d9372457_XL

Πηγή: Iskra.gr

H Iskra παραθέτει ολόκληρο το κείμενο της Αριστερής Πλατφόρμας που κατατέθηκε στην κοινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ την Παρασκευή (10/7), το οποίο έχει ως εξής:

Η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καμία άλλη επιλογή στην κρίσιμη αυτή συγκυρία από το να απορρίψει τον εκβιασμό των «θεσμών» για την επιβολή ενός προγράμματος λιτότητας, απορρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων.

Η κυβέρνηση οφείλει να δηλώσει προς τους «θεσμούς» και να διακηρύξει στον ελληνικό λαό ότι, έστω και την ύστατη στιγμή, αν δεν γίνει δεκτός ένας θετικός συμβιβασμός, ο οποίος να αποτυπώνεται σε ένα πρόγραμμα που θα τερματίζει τη λιτότητα, θα παρέχει ικανή ρευστότητα στην οικονομία και θα διασφαλίζει τη βαθιά διαγραφή του χρέους, τότε είναι έτοιμη να ακολουθήσει ένα εναλλακτικό προοδευτικό δρόμο που θα θέτει υπό αμφισβήτηση την παρουσία της χώρας μας στην ευρωζώνη, ενώ θα διακόπτει την αποπληρωμή του χρέους.

Η συγκρότηση μιας πορείας που θα μπορούσε να θέσει την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης προκειμένου να αντιμετωπίσει τις απαράδεκτες πιέσεις και απαιτήσεις των πιστωτών, ήταν ένα έργο σύνθετο και σοβαρό και έπρεπε να είχε προετοιμαστεί συστηματικά από την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα, όμως, που, λόγω τραγικών αγκυλώσεων των τελευταίων, δεν έχει επιτευχθεί.

Παρόλα αυτά η κυβέρνηση έστω και τώρα μπορεί και πρέπει να απαντήσει στους εκβιασμούς των «θεσμών» με το δίλημμα: πρόγραμμα χωρίς νέα λιτότητα, με ρευστότητα και διαγραφή του χρέους ή έξοδος από το ευρώ και διακοπή αποπληρωμής του άδικου και μη βιώσιμου χρέους.

Η κυβέρνηση, έστω και τώρα, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες, έχει τη δυνατότητα αλλά και τη στοιχειώδη ρευστότητα, προκειμένου να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα γέφυρα μετάβασης στο εθνικό νόμισμα, που θα της επιτρέψει να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις της απέναντι στον ελληνικό λαό και ειδικότερα:

  1. Τη ριζική αναδιοργάνωση του τραπεζικού συστήματος, με εθνικοποίηση και αναπροσανατολισμό σε αναπτυξιακή κατεύθυνση υπό κοινωνικό έλεγχο.
  2. Την πλήρη απόρριψη της δημοσιονομικής λιτότητας (πρωτογενών πλεονασμάτων και ισοσκελισμένων προϋπολογισμών) με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, την ανασύσταση του κοινωνικού κράτους και την έξοδο της οικονομίας από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης.
  3. Την εκκίνηση των διαδικασιών εξόδου από το ευρώ και της διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους που αποτελούν απολύτως διαχειρίσιμη επιλογή και μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο προσανατολισμένο στην παραγωγή, την ανάπτυξη και την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών προς όφελος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.

Η έξοδος από την ευρωζώνη κάτω από τις παρούσες συνθήκες είναι μια δύσκολη αλλά εφικτή διαδικασία, που θα επιτρέψει στη χώρα να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, πέρα από απαράδεκτα προγράμματα που θα προσομοιάζουν με την πρόταση Γιούνκερ. Πρέπει να τονιστεί ότι η έξοδος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το πρώτο βήμα σε μια πορεία κοινωνικής αλλαγής, ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας, οικονομικής προόδου και ανάπτυξης με κοινωνική δικαιοσύνη. Εντάσσεται σε μια γενικότερη στρατηγική που βασίζεται στην ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού, την τόνωση των επενδύσεων και την ανασύσταση του κράτους πρόνοιας και δικαίου. Η έξοδος είναι μια πολιτικά και ηθικά δίκαιη επιλογή απέναντι στην αδιάλλακτη συμπεριφορά των δανειστών , που ως στόχο έχει να εξαναγκάσει την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε πλήρη παράδοση.

Η έξοδος, τέλος, είναι ένας δρόμος που εμπεριέχει συγκρούσεις με ισχυρότατα εγχώρια και ξένα συμφέροντα. Για αυτό και ο σημαντικότερος παράγοντας στην αντιμετώπιση το δυσκολιών που θα προκύψουν είναι η αποφασιστικότητα του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει το πρόγραμμά του αντλώντας δύναμη από τη λαϊκή στήριξη.

Πιο συγκεκριμένα, μερικές από τις θετικές πλευρές της εξόδου περιλαμβάνουν:

  • Την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας, που σημαίνει αυτόματα και ανάκτηση της δυνατότητας παροχής ρευστότητας προς την οικονομία. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σπάσει η θηλιά της ΕΚΤ στην Ελλάδα.
  • Τη διαμόρφωση σχεδίου ανάπτυξης, που θα βασίζεται σε δημόσιες επενδύσεις, αλλά θα ευνοεί παράλληλα τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα και παραγωγική σχέση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα ώστε να μπει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης. Η υλοποίηση του σχεδίου θα γίνει εφικτή μετά από την ανάκτηση της παροχής ρευστότητας και σε συνδυασμό με την εθνική αποταμίευση.
  • Την ανάκτηση της εγχώριας αγοράς από τα εισαγόμενα προϊόντα, που θα αναζωογονήσει και θα αναβαθμίσει τον ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες παραμένουν ο κορμός της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα θα υπάρξει και τόνωση των εξαγωγών.
  • Την αποδέσμευση του κράτους από το ασφυκτικό πλαίσιο της ΟΝΕ στο πεδίο της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής. Θα μπορέσει έτσι να υπάρξει ουσιαστική άρση της λιτότητας, χωρίς παράλογους περιορισμούς στην έκδοση χρήματος. Θα μπορέσει επίσης το κράτος να υιοθετήσει μέτρα που θα φέρουν φορολογική δικαιοσύνη, καθώς και αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος.
  • Τη δυνατότητα ταχύρρυθμης ανάπτυξης μετά τους πρώτους μήνες δυσκολιών. Οι τεράστιοι ανενεργοί πόροι που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης, 2008-2015, μπορούν γρήγορα να κινητοποιηθούν για να αντιστραφεί η καταστροφική πολιτική των μνημονίων, εάν υπάρξει ρευστότητα και τόνωση της ζήτησης. Θα δημιουργηθεί έτσι προοπτική συστηματικής μείωσης της ανεργίας και αύξησης των εισοδημάτων.

Τέλος, με την έξοδο από την ΟΝΕ η χώρα δεν θα γίνει λιγότερο ευρωπαϊκή, αλλά θα ακολουθήσει μια διαφορετική προσέγγιση από τις χώρες του πυρήνα της ΕΕ, μια επιλογή στην οποία έχουν ήδη προχωρήσει χώρες όπως η Σουηδία και η Δανία. Η έξοδος από την ΟΝΕ όχι μόνο δεν θα απομονώσει τη χώρα μας, αλλά θα της επιτρέψει να αποκτήσει ένα νέο ρόλο στη διεθνή σκηνή, με ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια, πολύ διαφορετικό από αυτόν του ασήμαντου παρία που της επιφυλάσσει η συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών.

Η πορεία μιας εξόδου από την ΟΝΕ απαιτεί φυσικά πολιτική νομιμοποίηση και ενεργή λαϊκή υποστήριξη. Το δημοψήφισμα κατέδειξε τη βούληση του λαού για την οριστική απόρριψη της λιτότητας ανεξάρτητα από τα διλήμματα που του έθεσε το ξένο και το εγχώριο κατεστημένο. Είναι πλέον σαφές ότι η κυβέρνηση μας έχει κατ΄ ουσίαν εξαναγκαστεί σε έξοδο λόγω της οριστικής άρνησης της ΕΕ να δεχτεί εύλογους όρους σχετικά με τη διαγραφή του χρέους, την άρση της λιτότητας και τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, όπως καταδεικνύεται από το νέο τελεσίγραφο μετά το δημοψήφισμα.

Λεουτσάκος Στάθης

Μέλος Π.Γ. ΣΥΡΙΖΑ

Νταβανέλος Αντώνης

Μέλος Π.Γ. ΣΥΡΙΖΑ

Παπαδόγιαννη Σόφη

Μέλος Π.Γ. ΣΥΡΙΖΑ

Λαπαβίτσας Κώστας

Βουλευτής

Πετράκος Θανάσης

Βουλευτής

Advertisements

Σχολιάστε

Τα κέρδη από τη συμφωνία, όπως καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης.

Όπως πάντα, τα «προσωπικά άρθρα» εκφράζουν την άποψη του συντάκτη τους και μόνο.
Αναρτώνται χάριν της ενημέρωσης και της πολυφωνίας.

ΤΣΙΠΡΑΣ - ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ - ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ

Του Νίκου Παπαδημητρίου
Πηγή: Avgi.gr

Το πώς, πραγματικά, προσεγγίζει η κυβέρνηση τη διαπραγμάτευση, αποτυπώνεται στην 4σέλιδη αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την επιστολή με τα προτεινόμενα μέτρα.

«Η συμφωνία για τη ρύθμιση του δημόσιου χρέους της χώρας», σημειώνεται εισαγωγικά, «αναδεικνύεται σε κρίσιμο θέμα εθνικής σημασίας, που αφορά αφενός την κυβέρνηση της χώρας, αλλά εξίσου το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό μας και την παραμονή της χώρας της Ευρωζώνης», σε μια αναφορά που έρχεται, προφανώς, σε συνέχεια του κοινού ανακοινωθέντος των πολιτικών αρχηγών (πλην ΚΚΕ).

Σε ό,τι αφορά τον πυρήνα του ελληνικού αιτήματος, «η συμφωνία με τον ESM θα αφορά τη χρηματοδότηση των συνολικών αναγκών της χώρας για το χρονικό διάστημα από 1/7/2015 έως 30/6/2018, για τρία, δηλαδή, χρόνια, στα οποία εντοπίζεται η αποπληρωμή ενός πολύ σημαντικού τμήματος του Δημοσίου χρέους, κυρίως προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, συνολικού ύψους 46 δις περίπου. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί ποσό 7,5 δις περίπου, τα οποία ήδη καταβλήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο το 2015, από ίδιους πόρους, και πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν. Είναι φανερό ότι η οικονομία της χώρας, δεν επιτρέπει με οποιοδήποτε τρόπο την εξυπηρέτηση αυτού του χρέους, το οποίο αποτελεί και το ‘σκληρότερο’ τμήμα του συνολικού δημόσιου χρέους», σύμφωνα με την κυβερνητική θεώρηση.

Όμως, «η διαδικασία αυτή συνιστά ταυτόχρονα μερική αναμόρφωση του δημοσίου χρέους, αφού με την αναχρηματοδότησή του από τον ESM, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, μετατίθεται η χρονική αποπληρωμή του και ενσωματώνεται στο συνολικό χρέος του EFSF και ESM. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό, το χρέος της χώρας γίνεται αποκλειστικά Ευρωπαϊκό και ρυθμίζεται στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Συνθηκών», αναφέρει το κυβερνητικό έγγραφο, σε μια προσπάθεια καταγραφής των «κερδών», που θα προκύψουν από τη συμφωνία.

Αλλά δεν είναι και το μόνο: «Η συμφωνία θα περιλάβει, επίσης, δέσμευση των δανειστών να διαπραγματευτούν με τη χώρα μας τη λήψη περαιτέρω μέτρων αναμόρφωσης και αναδιάρθρωσης του μακροχρόνιου χρέους, μετά το 2022, ώστε να καταστεί βιώσιμο και εξυπηρετήσιμο στο πλαίσιο της προοπτικής της Ελληνικής Οικονομίας για το διάστημα για το διάστημα μετά το έτος 2022 (σ.σ. όπως μας εξηγούσαν βουλευτές με γνώση του προγράμματος, το 2022 είναι έτος -κλειδί για τη διάρθρωση του χρέους, με μεγαλύτερη ανάμειξη του ESM, και με περισσότερους τόκους. Αυτό, εξάλλου, δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους νωρίτερα, στο βαθμό που γίνουν δεκτά τα ελληνικά αιτήματα».

Επιπροσθέτως, «τα δύο αυτά τμήματα … τερματίζουν οριστικά τη συζήτηση για το ‘Grexit’, κάτι που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια πορεία ανάκαμψης και ανάπτυξης της χώρας». Και, «αναμορφώνουν το Δημόσιο χρέος, ώστε να είναι εξυπηρετήσιμο, ενιαίο με ένα δανειστή στα πλαίσια των ευρωπαϊκών θεσμών και των Αρχών και Κανόνων της Ε.Ε.».

Πιο κάτω, υπογραμμίζεται η σημασία για «ισχυρή οικονομική ενίσχυση του Τραπεζικού Συστήματος… με τη συμφωνία, η Ελληνική Κυβέρνηση θα εξασφαλίσει την κεφαλαιουχική ενίσχυση των Τραπεζών, αλλά και χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ενίσχυση της ανάπτυξης και την καταπολέμηση των συνεπειών της λιτότητας της τελευταίας πενταετίας».

Συμπερασματικά, «με τη σύμβαση αυτή, ανοίγει νέα σελίδα, διότι δεν αναχρηματοδοτείται απλά το Δημόσιο Χρέος, όπως συνέβη με τα δύο προηγούμενα προγράμματα, αλλά αναμορφώνεται και αναδιαρθρώνεται το χρέος και εξασφαλίζονται πόροι για την ανάπτυξη και την επέκταση της Οικονομίας».

Σχολιάστε

Η πρόταση της κυβέρνησης στους θεσμούς.

Στη δημοσιότητα έδωσαν από το Μέγαρο Μαξίμου την πρόταση που στάλθηκε στους θεσμούς.

11655991_10155766369075083_889793123_o

Πηγή: Left.gr

1. Η ελληνική πρόταση που κατατέθηκε προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας [ESM] αφορά τη χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών της χώρας από την 01/07/2015 έως τις 30/06/2018, για τρία δηλαδή χρόνια. Και περιλαμβάνει ακόμα την ρύθμιση του χρέους καθώς και εμπροσθοβαρές αναπτυξιακό πακέτο ύψους 35 δισ.

2. Στην πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης οι στόχοι πρωτογενούς πλεονάσματος [1%, 2% και 3% του ΑΕΠ] θα επανεξεταστούν, καθώς τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί.

3. Τα βασικά τρόφιμα και ο ΦΠΑ στα ξενοδοχεία είναι στο 13%. Διατηρείται η έκπτωση του ΦΠΑ στα νησιά μέχρι το τέλος του 2016, εκτός από τα πλουσιότερα και πιο τουριστικά. Η κατάργηση της έκπτωσης στα απομακρυσμένα νησιά θα γίνει στο τέλος του 2016 και όταν θα έχει δημιουργηθεί μηχανισμός αποζημίωσης των μόνιμων κατοίκων. Οι συντελεστές ΦΠΑ θα επανεξεταστούν στο τέλος του 2016.

4. Το ΕΚΑΣ θα χορηγείται μέχρι τον Ιανουάριο του 2020, οπότε και θα έχει δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο κοινωνικής πρόνοιας.

5. Αναστολή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος μέχρι τον Οκτώβριο του 2015, που θα έρθει προς ψήφιση νέα νομοθεσία.

6. Σταδιακή κατάργηση της ειδικής φορολογικής μεταχείρισης για τους αγρότες με ομαλή αποκλιμάκωση της επιδότησης πετρελαίου που θα απορροφηθεί από την πτώση των διεθνών τιμών.

7. Αύξηση του εταιρικού φόρου από 26% στο 28%.

8. Νέα πρόταση για ολοκληρωμένο σχέδιο καταπολέμησης της φοροδιαφυγής με:

** έλεγχο των αδήλωτων καταθέσεων μέσω διασταύρωσης των τραπεζικών συναλλαγών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό,

** εισαγωγή προγράμματος εθελοντικής δήλωσης με τις κατάλληλες ποινές, κίνητρα και διαδικασίες βεβαίωσης σύμφωνα με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές,

** αίτηση στις χώρες μέλη της ΕΕ για παροχή δεδομένων σχετικά με την ιδιοκτησία ελλήνων και την προέλευσή της

9. Θέσπιση περιουσιολογίου.

10. Ο νέος νόμος για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις θα είναι έτοιμος το τελευταίο τρίμηνο του 2015.

11. Στις αγορές προϊόντων, η κυβέρνηση:

** Θα διατηρήσει το σημερινό καθεστώς για τα ΜΗΣΥΦΑ [Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα], ψωμί, γάλα, Κυριακές.

** Θα μειώσει τη γραφειοκρατία με τη δημιουργία «one stop shop» για τις επιχειρήσεις.

12. Μείωση συντελεστή σε φάρμακα, βιβλία, εισιτήρια θεάτρου σε 6% από 6,5%.

13. Βελτίωση του ποινικού δικαίου για τη φοροδιαφυγή.

14. Αύξηση φόρου ναυτιλιακών επιχειρήσεων και κατάργηση προνομίων εφοπλιστών.

15. Αύξηση φόρου πολυτελείας και εφαρμογή του και στα σκάφη αναψυχής.

16. Άμεση εφαρμογή του φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων.

17. Εισαγωγή σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ νέων μεταρρυθμίσεων για το σπάσιμο των καρτέλ σε χονδρικό εμπόριο, κατασκευές, ηλεκτρονικό εμπόριο, μέσα ενημέρωσης.

1 σχόλιο

Από τον παραλογισμό στην τραγωδία;

Όσοι ζουν ή έστω παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ελλάδα γνωρίζουν πλέον καλά τι σημαίνουν εκφράσεις όπως «κρισιμότητα των στιγμών», «κλίμα έντασης», «ανατροπή των δεδομένων» ή «οριακή κατάσταση». Από τη Δευτέρα σ’ όλα αυτά, και μάλιστα σε μια παροξυστική τους μορφή, έρχεται να προστεθεί κάτι καινούργιο: το παράλογο.

xartis-ypes1436158834

 

Του Στάθη Κουβελάκη,
μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ.
Πηγή: Thepressproject.gr
(Όπως πάντα, τα «προσωπικά άρθρα» εκφράζουν την γνώμη του συντάκτη τους και μόνο.)

Η λέξη μπορεί να φαίνεται περίεργη ή βαριά. Πώς αλλιώς όμως να χαρακτηρίσουμε την πλήρη αντιστροφή του νοήματος ενός συγκλονιστικού γεγονότος, όπως το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ώρες μόνο μετά το πέρας του και μάλιστα από τους ίδιους τους πρωτεργάτες του; Πώς να εξηγήσουμε ότι οι κκ. Μεϊμαράκης και Θεοδωράκης, δηλαδή οι επικεφαλής του στρατόπεδου των (κατά κράτος) ηττημένων, έχουν γίνει οι εγκεκριμένοι εκφραστές της γραμμής που ακολουθεί η ελληνική πλευρά και περιφέρονται δεξιά και αριστερά, θέτοντας τους όρους τους; Πώς είναι δυνατό ένα σαρωτικό «όχι» στη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας να «ερμηνεύεται» ως πράσινο φως για ένα νέο μνημόνιο; Και για να το πούμε με όρους κοινής λογικής, αν ήταν να υπογραφεί κάτι ακόμη χειρότερο και δεσμευτικότερο από τις προτάσεις Γιουνκέρ, προς τι το δημοψήφισμα ή μάλλον προς τι η μάχη του «όχι» και, φυσικά, προς τι η σαρωτική της επικράτηση;

Η αίσθηση του παράλογου δεν απορρέει όμως από αυτήν την ακαριαία αντιστροφή της δυναμικής της κατάστασης, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι όλα αυτά γίνονται «σαν να μην έχει συμβεί τίποτε», σαν να ήταν το δημοψήφισμα κάτι σαν συλλογική παραίσθηση, που διαλύεται απότομα και μας αφήνει απερίσπαστους να συνεχίσουμε μ’ αυτό που κάναμε πριν. Επειδή δεν γίναμε όμως όλοι Λωτοφάγοι, ας μας επιτραπεί να αναφερθούμε εν συντομία σε όσα συνέβησαν στον απίστευτα πυκνό χρόνο των τελευταίων ημερών.

Την περασμένη Κυριακή, λοιπόν, ο ελληνικός λαός συγκλονίζει την Ευρώπη και τον κόσμο. Ανταποκρίνεται μαζικά στο κάλεσμα της κυβέρνησης και, σε πρωτοφανείς συνθήκες για τα μεταπολεμικά δεδομένα οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας, ψηφίζει σαρωτικά «όχι» στις εκβιαστικές και ταπεινωτικές προτάσεις των δανειστών. Τόσο η έκταση του «όχι» όσο και η ποιοτική του σύνθεση, με την συντριπτική του υπεροχή στα εργατικά-λαϊκά στρώματα και τη νεολαία, μαρτυρούν την βαθύτητα των διεργασιών που έγιναν, ή μάλλον που αποκρυσταλλώθηκαν σε ελάχιστο διάστημα στην ελληνική κοινωνία. Οι μαζικές κινητοποιήσεις της Παρασκευής, το κλίμα που επικρατούσε «από τα κάτω» τις τελευταίες μέρες, χωρίς να ξεχνάμε το ενθουσιώδες κύμα διεθνούς αλληλεγγύης, πιστοποιούν τις τεράστιες δυνατότητες που ανοίγει στην λαϊκή παρέμβαση μια συγκρουσιακή πολιτική επιλογή.

Από την επόμενη όμως αυτής της «μέρας που συγκλόνισε τον κόσμο», και ενώ δεν έχουν καλά-καλά καταλαγιάσει οι ιαχές των νικητών στις πλατείες της χώρας, αρχίζει το θέατρο του παραλόγου. Υπό την αιγίδα του ενεργότατα στρατευμένου στην υπόθεση του «ναι» ΠτΔ, η κυβέρνηση καλεί τους επικεφαλής των ηττημένων και συνομολογεί ένα πλαίσιο που βάζει ως ανυπέρβλητο όριο της ελληνικής θέσης το ευρώ και δηλώνει ρητά ότι δεν έχει εντολή ρήξης. Στην παραζάλη ακόμη της κυριακάτικης χαράς, η κοινή γνώμη παρακολουθεί τον εκπρόσωπο του 62% να υποτάσσεται στο σκεπτικό του 38% την επαύριο μιας εκκωφαντικής νίκης της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας,.

Την Τρίτη, η κυβέρνηση μεταβαίνει στις Βρυξέλλες για το έκτακτο Eurogroup χωρίς «πρόταση» και, όπως ήταν απόλυτα λογικό, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο, ολιγοήμερο και ακόμη αυστηρότερο, τελεσίγραφο. Την επομένη, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος εγκανιάζει τη θητεία τους ως ΥΠΟΙΚ (για λόγους συντομίας παρακάμπτουμε το επεισόδιο «παραίτηση Βαρουφάκη», σημειώνοντας απλά ότι αποτελούσε απαίτηση των δανειστών) στέλνοντας επιστολή στον ESM – τον οργανισμό που διαχειρίζεται το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους – με την οποία ζητάει νέο δάνειο 50 δις, που θα συνοδεύεται φυσικά από τρίτο μνημόνιο. Προβλέπεται μάλιστα η Βουλή να αρχίσει να ψηφίζει τα σχετικά μέτρα, δηλαδή τους εφαρμοστικούς νόμους, από τη Δευτέρα.

Η επιστολή Τσακαλώτου συνεχίζει αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «η Ελλάδα δεσμεύεται να τηρήσει τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις απέναντι σε όλους τους πιστωτές της πλήρως και εγκαίρως». Είναι προφανές ότι παρά τις διαβεβαιώσεις που ακούστηκαν μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος για «επανέναρξη διαπραγματεύσεων από μηδενική βάση», οι (κατ’ όνομα και μόνον) «διαπραγματεύσεις» συνεχίζονται ακριβώς εκεί όπου τις είχαμε αφήσει, με έναν πήχη να έχει ήδη κατέβει για τις ελληνικές θέσεις σε ένα πολιτικά μη-διαχειρίσιμο σημείο, όπως σωστά εκτιμήθηκε τότε.

Την ίδια μέρα, και εν αναμονή των νέων ελληνικών «προτάσεων», που οφείλουν να είναι «αξιόπιστες, λεπτομερείς» κλπ, δηλαδή μνημονιακής κοπής, ο πρωθυπουργός απευθύνεται στο Ευρωκοινοβούλιο και δηλώνει ότι «εάν είχα στόχο να βγάλω την Ελλάδα από τον ευρώ, δεν θα πήγαινα αμέσως μετά το κλείσιμο της κάλπης να κάνω τις δηλώσεις που έκανα και να ερμηνεύσω το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, όχι ως εντολή ρήξης με την Ευρώπη, αλλά ως εντολή ενίσχυσης της διαπραγματευτικής προσπάθειας για να φθάσουμε σε μια καλύτερη συμφωνία». Πρόκειται για μια σχεδόν ανοιχτή παραδοχή ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος «ερμηνεύτηκε» με μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αυτήν της πάση θυσία διαπραγμάτευσης και αποφυγής της ρήξης.

Στην ίδια ομιλία, ο πρωθυπουργός εκθέτει με αρκετά σαφή τρόπο την φιλοσοφία που εδώ και αρκετές εβδομάδες κινεί την όλη στάση της ελληνικής πλευράς και στην οποία η «παρένθεση» του δημοψηφίσματος δεν επέφερε την παραμικρή μεταβολή: «Σε αυτές τις προτάσεις, προφανώς και έχουμε αναλάβει την ισχυρή μας δέσμευση να πιάσουμε τους δημοσιονομικούς στόχους που απαιτούνται με βάση τους κανόνες, γιατί αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε ότι η Ευρωζώνη έχει κανόνες. Όμως, διατηρούμε το δικαίωμα της επιλογής, να επιλέξουμε εμείς ως κυρίαρχη κυβέρνηση, πού θα εντοπίσουμε, πού θα προσθέσουμε τα φορολογικά βάρη, προκειμένου να πιάσουμε τους απαιτούμενους δημοσιονομικούς στόχους». Το πλαίσιο είναι λοιπόν δεδομένο, είναι τα περιοριστικά μέτρα που εξασφαλίζουν δημοσιονομικά πλεονάσματα και στοχεύουν στην αποπληρωμή του χρέους, και είναι ολοφάνερα μνημονιακό. Η «διαφωνία» εντοπίζεται στην «κατανομή των βαρών», δηλαδή σε μια (υποτίθεται) «κοινωνικά δικαιότερη» εκδοχή λιτότητας, που θα παρουσιαστεί ως «αναδιανομή» τη στιγμή που θα διαιωνίζει την ύφεση (κάθε αναφορά στη δέσμευση για μη-υφεσιακά μέτρα έχει απαλειφθεί) και την φτωχοποίηση των πολλών.

Εν τω μεταξύ, και ενώ λέγονται αυτές οι «κατευναστικές» κουβέντες που κατεδαφίζουν ό,τι έχει απομείνει από τις προγραμματικές δεσμεύσεις του Σύριζα, εντείνεται η «κατάσταση πολιτορκίας» που υφίσταται η χώρα, με την η ΕΚΤ να κρατάει κλειστή τη στρόφιγγα της ρευστότητας και να «κουρεύει» ακόμη περισσότερο την αξία των ομολόγων των τραπεζών, οδηγώντας τες με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση. Και όμως! Παρά την σοβαρότητα της κατάστασης, και παρ’ όλο που με τον έλεγχο των κεφαλαίων ένα μέρος του δρόμου έχει ήδη διανυθεί, ουδείς, εκτός από τον Κώστα Λαπαβίτσα και κάποια στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας, δεν κάνει λόγο για τα αυτονόητα και στοιχειώδη μέτρα αυτοπροστασίας που επιβάλλουν παρόμοιες περιστάσεις, αρχίζοντας από τον δημόσιο έλεγχο και την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Η εξήγηση είναι βέβαια πολύ απλή: κάτι τέτοιο θα έβαζε την Ελλάδα με το ενάμιση πόδι εκτός ευρώ, που είναι ακριβώς το απόλυτο φετίχ στο οποίο αγκιστρώνεται η κυβέρνηση, τη στιγμή ακριβώς που ένας διόλου ριζοσπάστης οικονομολόγος όπως ο Πολ Κρούγκμαν διαπιστώνει ότι «το μεγαλύτερο μέρος του κόστους του έχει ήδη πληρωθεί» και ότι είναι καιρός «να εισπράξει η Ελλάδα τα πλεονεκτήματα.»

Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι απλούστατο: με τις κινήσεις αυτής της εβδομάδας, η κυβέρνηση δεν πέτυχε παρά την «ολική επαναφορά» στον προηγούμενο εγκλωβισμό, και τούτο από μια πολύ δυσχερέστερη θέση, υπό την πίεση ενός ακόμη οξύτερου οικονομικού στραγγαλισμού. Όσο για το πολιτικό πλεονέκτημα, δηλαδή για το τεράστιο κεφάλαιο που αποκόμισε με το δημοψήφισμα, έσπευσε να το ακυρώσει σε χρόνο ρεκόρ, ακολουθώντας σε όλα τα σημεία τη γραμμή όσων αντιτάχθηκαν σ’ αυτό, και που έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται δικαιωμένοι, ενώ έχουν καταποντισθεί στις κάλπες.

Και όμως δημοψήφισμα υπήρξε, δεν είναι ένα μεθύσι που πέρασε, ούτε παραίσθηση. Παραίσθηση είναι, αντίθετα, η προσπάθεια να υποβαθμιστεί σε μια εκτονωτική παρένθεση στον κατήφορο που οδηγεί σε ένα τρίτο Μνημόνιο.

Ας το πούμε με την δέουσα σαφήνεια:
Οποιαδήποτε απόπειρα ακύρωσης της λαϊκής θέλησης για ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων αποτελεί Ύβρι, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης.
Όποιος την αποτολμήσει και οδηγήσει την χώρα και την Αριστερά στην παράδοση και την ατίμωση, θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και την αντίστοιχη Νέμεσι.
Αν τέτοια είναι η κατάληξη του παραλογισμού των ημερών που ζούμε, ας ξέρουμε τουλάχιστον πως αυτή η τραγωδία δεν θα έχει ούτε από μηχανής Θεό, ούτε Ευμενίδες για να κατευνάσουν τις Ερινύες.

Σχολιάστε