Archive for category Ιστορικά

23 Αυγούστου 1927: Η δολοφονία των Σάκο και Βαντσέτι.

Η οικονομική κρίση πλήττει τις ΗΠΑ, η αντίδραση ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα. Αντισοβιετική, αντικομμουνιστική ψύχωση. Εισαγγελέας και αστυνομία κατασκευάζουν «στοιχεία». Αθλιότητες του δημόσιου κατήγορου. «Ένοχοι, γιατί είναι …εχθροί των θεσμών». Εκτέλεση για φρονηματισμό των εργατών.

4159_1_0Πηγή: imerodromos.gr

Τη διετία 1919-1920, η αστική τάξη των ΗΠΑ και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι αντιμετωπίζουν με πανικό τις επαναστατικές εξελίξεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και την ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην ίδια τους τη χώρα. Αυτός ο πανικός εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και πάντα με μεγάλη σκληρότητα. Ο αντισοβιετισμός και ο αντικομμουνισμός αγγίζουν τα όρια της υστερίας. Το να υψώνεις σε μια συγκέντρωση κόκκινη σημαία, θεωρείται έγκλημα. Ύποπτοι θεωρούνται ακόμη και όσοι φορούν κόκκινη γραβάτα, αφού έτσι μπορεί να υποδηλώνουν την πολιτική τους τοποθέτηση.

Το εργατικό κίνημα υπό διωγμό

Χιλιάδες κομμουνιστές και προοδευτικοί πολίτες ξυλοκοπούνται, φυλακίζονται, εκτοπίζονται. Εν τω μεταξύ συστηματικά αναπτύσσεται η προπαγάνδα κατά των νεοφερμένων μεταναστών. Η αστυνομία και οι υπόλοιπες υπηρεσίες ασφαλείας θεωρούν αυτούς τους μετανάστες, κυρίως από τις ευρωπαϊκές χώρες, ως τους κύριους υπεύθυνους για τη ραγδαία διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών στην εργατική τάξη των ΗΠΑ. Οι ιθύνοντες κύκλοι πιστεύουν ότι οι μετανάστες είναι το «εύκολο θύμα», γιατί δεν τους αποδίδουν μόνον τις «ανατρεπτικές ενέργειες» (έτσι ονόμαζαν τις απεργίες), αλλά και γιατί πιστεύουν ότι μπορούν να στρέψουν τους άλλους εργαζόμενους εναντίον των μεταναστών, με το επιχείρημα ότι αυτοί ευθύνονται για την ανεργία και την οικονομική κρίση που πλήττει αυτήν την περίοδο τις ΗΠΑ.

Το «έγκλημα» και η «κατηγορία»

Το 1920 συλλαμβάνονται δύο από τους γνωστότερους ηγέτες του εργατικού κινήματος, οι Ιταλοί εργάτες Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι . Το «έγκλημά» τους ήταν ότι πρωτοστάτησαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου και ήσαν πρωτοπόροι οργανωτές των εργατικών συνδικάτων, μακριά, μάλιστα, από την οπορτουνιστική γραμμή που κυριαρχούσε τότε στη συνδικαλιστική ηγεσία.

Όμως, η επίσημη κατηγορία που τους απαγγέλλεται δεν έχει καμιά σχέση με τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές τους δραστηριότητες. Κατηγορούνται πως δήθεν πήραν μέρος σε ένοπλη ληστεία μιας χρηματαποστολής, που μετέφερε χρήματα για μισθούς στο Σάουθ Μπράιντρι. Κατά τη διάρκεια της ληστείας, δολοφονήθηκαν ένας φρουρός της χρηματαποστολής και ο ταμίας της επιχείρησης. Το αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο η αστυνομία χρησιμοποίησε για να ενοχοποιήσει τους δύο εργάτες, ήταν ένα πιστόλι, που είχε υπό την κατοχή του ο Νικόλα Σάκο , κατά τη στιγμή της σύλληψής του. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η οπλοκατοχή στις ΗΠΑ δεν απαγορευόταν. Δηλαδή, το να έχει κάποιος ένα πιστόλι, ούτε ασυνήθιστο, ούτε εκπληκτικό ήταν.

Μια δίκη – φάρσα

Η δικαστική διαδικασία είναι μια μοναδική φάρσα. Οι «αυτόπτες μάρτυρες» έχουν προπαρασκευαστεί κάτω απ’ την πίεση του εισαγγελέα και της αστυνομίας. Κανένας τους, βέβαια, δεν ήταν μπροστά την ώρα της ληστείας, όλοι, όμως, «αναγνωρίζουν τους κατηγορούμενους» ως δράστες. Στην αρχή της διαδικασίας, ένας από τους πρώτους «αυτόπτες μάρτυρες», αποκαλύπτεται ότι είναι πρόσφατα αποφυλακισμένος εγκληματίας, ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με ψεύτικο όνομα. Ο ίδιος ομολογεί ότι δέχτηκε να ψευδομαρτυρήσει σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα και με αντάλλαγμα την αποφυλάκισή του. Κατά τη διάρκεια της δίκης, αποκαλύπτεται ότι ο διορισμένος από το δικαστήριο διερμηνέας παραποιεί συστηματικά τα λεγόμενα των δύο κατηγορουμένων, στηριζόμενος στο ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι δεν ξέρουν καλά αγγλικά.

Κατάθεση κατά παραγγελία

Τελικά, μετά την κατάρριψη όλων των κατηγοριών από τους κατηγορούμενους, το μοναδικό στοιχείο, στο οποίο μπορεί να στηριχτεί η κατηγορούσα αρχή, είναι το όπλο του Σάκο. Μάρτυρας – κλειδί θεωρείται ένας εμπειρογνώμονας όπλων, ο οποίος καλείται να καταθέσει. Ομως, η κατάθεσή του καθοδηγείται με μαεστρία από τον εισαγγελέα, ώστε να μείνει η εντύπωση ότι το πιστόλι του κατηγορουμένου είναι το πιστόλι, με το οποίο έγινε η ληστεία και διαπράχθηκαν οι δύο φόνοι.

Ιδού, λοιπόν, η μεθόδευση, όπως την αποκάλυψε αργότερα ο διευθυντής της αστυνομίας της Μασαχουσέτης, κάπτεν Πρόκτορ, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμων όπλων στη δίκη: «Συμφωνήσαμε με τον εισαγγελέα να πω ότι οι σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο της ληστείας προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από το πιστόλι του Νικόλα Σάκο. Όμως, επειδή υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί το ψέμα, ο εισαγγελέας μου είπε ότι αν μου ζητηθούν αποδείξεις από κάποιο μέλος του δικαστηρίου να πω ότι δεν έχω». Κατά «σύμπτωση», αποδείξεις δε ζητήθηκαν και ο δικαστής Ουέμπστερ Θέιχερ, γνωστός στη Μασαχουσέτη για τις αντιδραστικές του απόψεις, ανακεφαλαιώνοντας την κατάθεση του Πρόκτορ, αποφαίνεται ότι το φονικό βλήμα προέρχεται από το πιστόλι του Σάκο.

Μια από τις χιλιάδες εργατικές διαδηλώσεις, που έγιναν στο διάστημα 1920 - 1927 σ' ολόκληρο τον κόσμο για τη σωτηρία των Σάκο και Βαντσέτι

«Εχθροί των θεσμών…»

Αυτό φτάνει για να κηρυχτούν οι δύο εργατικοί ηγέτες ένοχοι. Ο δικαστής Θέιχερ, στο «αιτιολογικό» της απόφασης, σημειώνει: «Ακόμα κι αν δεν έχουν διαπράξει το έγκλημα, που τους καταλογίζεται, είναι, πάντως, ηθικά ένοχοι, γιατί είναι εχθροί των σημερινών θεσμών…»!

Πάνω από έξι χρόνια διαρκεί ο αγώνας για την αναθεώρηση της εσφαλμένης απόφασης. Εργάτες και επιφανείς προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο στέκουν στο πλευρό των αθώων καταδικασθέντων. Μια σημαντική εξέλιξη κατά της διάρκεια αυτής της εξαετίας έλαβε χώρα το Νοέμβρη του 1925: Ο φυλακισμένος για σειρά εγκλημάτων Τσελεστίνο Μαντέιρος στέλνει ένα σημείωμα από τη φυλακή στη διοίκηση της αστυνομίας και το δικαστήριο της Μασαχουσέτης, όπου γράφει: «Ομολογώ ότι πήρα μέρος στο έγκλημα του Σάουθ Μπράιντρι και ότι οι Σάκο και Βαντσέτι δεν συμμετείχαν».

Για παραδειγματισμό

Όμως, οι αρχές της Μασαχουσέτης και της Ουάσιγκτον δεν έχουν σκοπό να αφήσουν ελεύθερη τη λεία τους. Απορρίπτουν το αίτημα για επανάληψη της δίκης. Η απόφαση είχε ληφθεί: Η εκτέλεση θα γίνει για παραδειγματισμό των ξεσηκωμένων εργατών και για να ενοχοποιηθούν στο πρόσωπό τους οι νεοφερμένοι μετανάστες. Η τελική πράξη αυτού του εγκλήματος εκτυλίσσεται στις 23 Αυγούστου του 1927. Οι δύο πρωτοπόροι αγωνιστές του αμερικανικού και του διεθνούς εργατικού κινήματος, που καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά και της εξάχρονης φυλάκισής τους, αντιμετώπισαν τη σκευωρία με ψηλά το κεφάλι, τιμώντας την τάξη τους, ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι , δολοφονήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα.

Μόλις 50 χρόνια αργότερα, το 1977, ο κυβερνήτης της πολιτείας της Μασαχουσέτης, Μάικλ Δουκάκης, επιβεβαίωσε ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι «ήταν αθώοι». Πενήντα χρόνια αργότερα!

«Τα λόγια μας, η ζωή και ο πόνος μας δεν είναι τίποτα. Ο θάνατός μας – ο θάνατος ενός παπουτσή κι ενός φτωχού ψαρά – είναι το παν για μας! Η τελευταία στιγμή μάς ανήκει – η θανάσιμη αγωνία είναι ο θρίαμβός μας…».
Μπαρτολομέο Βαντσέτι

Σχολιάστε

23 Αυγούστου 1942: Η Μάχη του Στάλινγκραντ. Η μάχη που σήμανε την ήττα του φασισμού στην Ευρώπη.

StalingradEXAMINERONLY_large

Πηγή: Iskra.gr

Στις 23 Αυγούστου 1942 η μάχη του Στάλινγκραντ περνάει στην πιο αποφασιστική της φάση. Στρατηγικά μπορούμε να πούμε ότι η μάχη του Στάλινγκραντ άρχισε στις 17 Ιούλη 1942, όταν εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση των ναζιστικών στρατευμάτων με στόχο την κατάληψη της πόλης. Στο πρώτο στάδιό της (17 Ιούλη έως 18 Νοέμβρη 1942) είχε αμυντικά χαρακτηριστικά, ενώ στο δεύτερο στάδιο (19 Νοέμβρη 1942 – 2 Φλεβάρη 1943) πήρε επιθετικό χαρακτήρα και κατέληξε στη συντριβή των Γερμανών.

Ωστόσο, η 23η Αυγούστου 1942 θεωρείται ημερομηνία ορόσημο για τη μάχη του Στάλινγκραντ, γιατί από τη μέρα εκείνη η μάχη μεταφέρεται στα προάστια και αργότερα στις συνοικίες της πόλης. Συγκεκριμένα, στις 23 Αυγούστου 1942 το 14ο γερμανικό σώμα τεθωρακισμένων αφού διέσπασε την αμυντική γραμμή του Στάλινγκραντ έφτασε στο Βερτιάτσι.

Η μάχη του Στάλινγκραντ τελείωσε στις 2 Φλεβάρη 1943 με την παράδοση των κυκλωμένων γερμανικών στρατευμάτων. Στη διάρκεια της σοβιετικής αντεπίθεσης καταστράφηκαν δυο γερμανικές, μια ιταλική και δύο ρουμανικές στρατιές. Εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά 32 γερμανικές μεραρχίες και 3 ταξιαρχίες, άλλες 16 μεραρχίες έχασαν το 50-75% της δύναμής τους και έπαψαν να είναι αξιόμαχες. Οι απώλειες των Γερμανών στη διάρκεια αυτής της μάχης ανήλθαν σε περισσότερους από 800 χιλιάδες άνδρες, 2 χιλιάδες άρματα μάχης και θωρακισμένα πυροβόλα, πάνω από 10 χιλ. πυροβόλα και όλμους, 3 χιλιάδες μαχητικά και μεταγωγικά αεροπλάνα και 70 χιλιάδες αυτοκίνητα. Στην περίοδο 17 Ιούλη 1942 έως 2 Φλεβάρη 1943 οι στρατοί του φασιστικού συνασπισμού έχασαν το 25% της δύναμης που είχαν παρατάξει στο γερμανοσοβιετικό μέτωπο.

Η συντριβή των Γερμανών στον Βόλγα σήμαινε την αρχή της αποφασιστικής στροφής στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και σε όλο το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο. Άρχιζε πια η εκδίωξη των εισβολέων από το σοβιετικό έδαφος και η απελευθέρωση της Ευρώπης από το ναζιστικό ζυγό. Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ ο σοβιετικός στρατός αποσπά τη στρατηγική πρωτοβουλία και δεν την αφήνει μέχρι την οριστική συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας.

Ο ηρωικός αγώνας των κατοίκων του Στάλινγκραντ και του σοβιετικού στρατού απέσπασαν το παγκόσμιο θαυμασμό. Τόσο η βρετανική, όσο και η αμερικάνικη ηγεσία αναγνώρισαν με τον πιο επίσημο τρόπο τον καθοριστικής σημασίας αγώνα των υπερασπιστών του Στάλινγκραντ για την τελική έκβαση του πολέμου.

Σχολιάστε

Σαν σήμερα εκτελέστηκε ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Σαν σήμερα, στις 19 Αυγούστου του 1936, εκτελέστηκε από τους φασίστες του Φράνκο ο Ισπανός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.
Στις 17 Αυγούστου 1936 συνελήφθη από τους φαλαγγίτες στη Γρανάδα και το πρωί της 19ης τουφεκίστηκε στο Βιθνάρ.
Έτσι έκλεισε ο σύντομος κύκλος της ζωής ενός εκ των μεγαλύτερων ποιητών του αιώνα μας.

Federico_Garcia_Lorca

Πηγή: Left.gr

Φ. Γκ. Λόρκα: «Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

Γεννήθηκε το 1898 στην Ανδαλουσία. Γιoς αγρότη και δασκάλας πιάνου, ποιητής, συγγραφέας και μουσικός. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική.

Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.

Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.

Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.

Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή σε ομαδικό τάφο.

Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Λόρκα εκτελέστηκε στο Αλφακάρ και πολλοί πίστευαν ότι είχε ταφεί στην περιοχή αυτή, μαζί με άλλους εκτελεσθέντες. Πέρυσι, οι αρχές της Ανδαλουσίας διέταξαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου τάφου, κατόπιν αιτήματος των οικογενειών των άλλων πέντε ανθρώπων που πιθανολογείτο ότι είχαν ταφεί εκεί. Από την ανασκαφή και την έρευνα που έγινε στο χώρο όμως δεν βρέθηκε τίποτα.

Το τέλος του πολέμου έφερε μαζί του και την «Συμφωνία για Λήθη», μια συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και το στρατό, η οποία άνοιξε την πόρτα για τη Δημοκρατία με αντάλλαγμα γενική αμνηστία για το καθεστώς του Φράνκο. Πρόσφατα όμως εμφανίστηκαν ρωγμές στη συμφωνία.

Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών, το 2007, ψήφισε το Νόμο της Ιστορικής Μνήμης, η οποία για πρώτη φορά αναγνώριζε επίσημα τα θύματα της δικτατορίας του Φράνκο. Ο νόμος επιτρέπει σε όποιον έχει αποδείξεις για ομαδικό τάφο να ζητήσει την βοήθεια του κράτους για την εκταφή και την ταυτοποίηση των λειψάνων.

Τον Οκτώβριο του 2008, μετά από μια δεκαετία προσπαθειών από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ισπανίας, ο δικαστής Μπαλτάσαρ Γκαρθόν διέταξε την εκταφή και αναγνώριση των θυμάτων από 19 ομαδικούς τάφους, μεταξύ των οποίων και αυτός όπου θεωρείται του Λόρκα. Ωστόσο, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Λόρκα, η αντίσταση στην εκταφή της καταπιεσμένης μνήμης της χώρας παρέμενε ισχυρή. Μια εβδομάδα μετά την έκδοση της απόφασης του Γκαρθόν, ο ανώτατος εισαγγελέας της χώρας, Χαβιέρ Θαραγόθα, την αμφισβήτησε με το σκεπτικό ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Γκαρθόν η υπόθεση.

Ο δικαστής Γκαρθόν, πιθανόν φοβούμενος την περίπτωση σύμπνοιας του Ανώτατου Δικαστηρίου με τον Θαραγόθα, έστειλε την υπόθεση στα κατά τόπους δικαστήρια, επιχειρώντας έτσι να κρατήσει την υπόθεση ανοιχτή. Τελικά δόθηκε το «πράσινο φως» και η οικογένεια του Λόρκα που είχε αρχικά αντιρρήσεις, στο τέλος έδωσε τη συγκατάθεσή της και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2009. Αλλά δεν βρέθηκε τίποτε που να αποδεικνύει ότι εκεί είχε ταφεί ο συγγραφέας του «Ματωμένου γάμου».

 

Σχολιάστε

17 Αυγούστου 1944. Μπλόκο της Κοκκινιάς: Όταν οι ναζί εκδικούνται έναν λαό που αντιστέκεται.

mploko-kokkinias

Πηγή: Info-war.gr

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλειφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Αυτοί ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ρολόγια, δαχτυλίδια, βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την πράξη τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου.
Η αυλαία αυτής της τραγωδίας κλείνει το απόγευμα, οπότε και ξεδιαλέγονται 8.000 Κοκκινιώτες και στέλνονται στο στρατόπεδο του Χαιδαρίου. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.
Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.
Μαρτυρίες αναφέρουν ότι ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ’ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας».
Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας.

Δείτε ένα παλαιότερο αφιέρωμα της ΕΡΤ3, σε επιμέλεια Στέλιου Νικητόπουλου και Χρήστου Αβραμίδη.

Δείτε και ένα αφιέρωμα της ΕΡΤ:

Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει το χρονικό των γεγονότων της 17ης Αυγούστου στην Κοκκινιά, όταν δυνάμεις του γερμανικού στρατού μαζί με τμήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας απέκλεισαν την ευρύτερη περιοχή στήνοντας το λεγόμενο μπλόκο.

Η αφήγηση περιλαμβάνει μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα, επέζησαν της επίθεσης που πραγματοποιήθηκε, έχασαν συγγενείς και στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Περιγράφεται η σημασία της Κοκκινιάς ως περιοχή με έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα, με μαζικές εργατικές και άλλες κινητοποιήσεις, ένοπλη δράση και διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με αποκορύφωμα τους μήνες που μεσολάβησαν από το τέλος του 1943 και μέχρι τον Αύγουστο του 1944.

Αντιστοίχως παρουσιάζονται τα γεγονότα της 17ης Αυγούστου όπως βιώθηκαν από τους κατοίκους της Κοκκινιάς, η έλευση των κατοχικών δυνάμεων, η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας, η συγκέντρωση των ανδρών στην πλατεία της Οσίας Ξένης, το έργο των κουκουλοφόρων καταδοτών, οι εκτελέσεις των αγωνιστών στην παρακείμενη μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή, οι οδομαχίες στην ευρύτερη περιοχή και οι απεγνωσμένες προσπάθειες των γυναικών της Κοκκινιάς να βοηθήσουν τους αιχμαλώτους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφήγηση του ΣΩΤΗΡΗ ΚΥΒΕΛΟΥ, αξιωματικού του ΕΛΑΣ, ο οποίος περιγράφει το πλαίσιο των συγκρούσεων με τις κατοχικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και εκείνη του αστυνομικού και αγωνιστή του ΕΛΑΣ, ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΝΑΓΝΟΥ, ο οποίος είχε επιφορτισθεί με το έργο της μεταφοράς των σωρών των 78 εκτελεσθέντων και την ταφή τους.

Η ταινία καταγράφει τις αναμνήσεις των επιζώντων του μπλόκου και των αντιστασιακών που μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στο Χαϊδάρι και στο Ρουφ και ακολούθως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, αλλά και γυναικών-συγγενών των θυμάτων που περιγράφουν το θρήνο και την απόγνωση για τους ανθρώπους που εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν.

Σχολιάστε

Η ματωμένη απεργία στη Σέριφο.

Νήσος Σέριφος, Αύγουστος 1916. Μια ιστορική απεργία με τραγική κατάληξη, ένας αγώνας για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και για την καθιέρωση του οκτάωρου στην Ελλάδα.

assets_LARGE_t_420_54548689_type12713Μεταλλωρύχοι στη Σέριφο στα τέλη του 19ου αιώνα.

Πηγή: ethnos.gr

Ήταν 7 Αυγούστου, πριν από 99 χρόνια, όταν οι μεταλλωρύχοι βγήκαν από τις στοές και αποφάσισαν να ξεκινήσουν απεργία. Λίγες ημέρες αργότερα τέσσερις εργάτες έχασαν τη ζωή τους ύστερα από συγκρούσεις με τη χωροφυλακή.

Στο όμορφο Κυκλαδονήσι υπάρχουν διάσπαρτα ίχνη από την εποχή των μεταλλείων, τα σημεία όπου φόρτωναν τα πλοία και εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις στον Κουταλά, στο Μεγάλο, ή Μία Χωριό, και στο Μεγάλο Λιβάδι.

Οι θερινοί επισκέπτες ανάμεσα στις καλοκαιρινές βουτιές και στη διασκέδαση διακρίνουν τη σκάλα φόρτωσης, τις σιδηροτροχιές και τα μηχανήματα, ακούνε την ιστορία της απεργίας και βλέπουν το μνημείο προς τιμή των θυμάτων.

Η ματωμένη απεργία στη Σέριφο

«Τα μεταλλεία λειτουργούσαν από την αρχαιότητα κατά περιόδους και έπαιρναν χαλκό και μολύβι. Στα χρόνια των Ενετών έγινε η πρώτη απεργία και ο τότε κυβερνήτης κάλεσε τους προεστούς στο κάστρο και από εκεί τους έριξε στον γκρεμό», αρχίζει την εξιστόρηση ο κ. Θόδωρος Λιβάνιος, δημοτικός σύμβουλος του δήμου και ερευνητής.

Ο πατέρας του ήταν ο τελευταίος πρόεδρος του σωματείου πριν κλείσουν οριστικά τα μεταλλεία και ο ίδιος έχει καταγράψει πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν ως παιδιά τα γεγονότα. Με σειρά συνεντεύξεων και εκπομπών δημιούργησε ένα ντοκιμαντέρ που πήρε το Τρίτο Βραβείο Κανών το 1984. Η ιστορία ξεκινά τη δεκαετία του 1880, όταν από τη γαλλικών συμφερόντων μεταλλευτική εταιρεία «Σέριφος – Σπηλιαλέζα» η εκμετάλλευση πέρασε στα χέρια του Γερμανού Αιμίλιου Γρόμαν. Σταδιακά πολλοί κάτοικοι του νησιού ουσιαστικά αναγκάστηκαν να εργαστούν στις στοές, έχοντας εκχωρήσει τα χωράφια τους προκειμένου να εξασφαλίσουν μεροκάματο. Οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα σκληρές, οι εργάτες περπατούσαν χιλιόμετρα σε απόκρημνες πλαγιές και δύσβατα μονοπάτια, μερικά εκ των οποίων διασώζονται και σήμερα. Η άρνηση να δουλέψουν σε επικίνδυνα σημεία σήμαινε ότι θα έχαναν τη δουλειά.

Η προτομή του ιδρυτή του σωματείου Κων. Σπέρα

Η προτομή του ιδρυτή του σωματείου Κων. Σπέρα

«Η κατάσταση έγινε πιο δύσκολη όταν το 1906 τη διαχείριση, ανέλαβε ο γιος του, Γεώργιος Γρόμαν. Εκείνος ήταν πολύ στυγνός και η εργασία γινόταν από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, ενώ υπήρξαν πολλά θύματα. Υπάρχουν μαρτυρίες όταν το βουνό έπαθε καθίζηση και για ημέρες ακουγόντουσαν οι φωνές των μεταλλωρύχων από τα βάθη της γης έως ότου χάθηκαν. Ούτε λόγος, βέβαια, να ανοίξουν τις στοές. Επειδή υπήρχαν θύματα, σκληρές συνθήκες δουλειάς και αρκετοί είχαν δώσει τα κτήματά τους με αντάλλαγμα να εργαστούν, ξεκίνησε η απεργία».

Στις 24 Ιουλίου 1916 δημιουργήθηκε το σωματείο με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Σπέρα, ο οποίος είχε μετάσχει σε αγώνες καπνεργατών στην Καβάλα.

Ο ερευνητής και δημοτικός σύμβουλος Θ. Λιβάνιος

Ο ερευνητής και δημοτικός σύμβουλος Θ. Λιβάνιος

Οι εργάτες απευθύνθηκαν στην εταιρεία για να ισχύσει το οκτάωρο, το οποίο είχε ψηφιστεί ως νόμος του κράτους αλλά δεν είχε εφαρμοστεί. Όπως αφηγείται ο κ. Θ. Λιβάνιος, η απεργία ξεκίνησε στις 7 Αυγούστου και επί ημέρες υπήρχαν διαπραγματεύσεις με την εταιρεία. Η κορύφωση ήρθε στις 21 του μηνός, όταν στο νησί έφτασε ένας υπομοίραρχος με απόσπασμα Χωροφυλακής. Έπειτα από επεισόδια, ζήτησαν από τους εργάτες να φορτώσουν ένα καράβι με μεταλλεύματα, ενώ στον χώρο υπήρχε μεγάλη ένταση.

«Όταν οι εργάτες αρνήθηκαν, δόθηκε η εντολή στους αστυνομικούς να ετοιμάσουν εφ’ όπλου λόγχη και ζητήθηκε από τους μεταλλωρύχους να διαλυθούν μέσα σε 5 λεπτά. Πριν τελειώσει η προθεσμία ο υπομοίραρχος πράγματι τραβάει το πιστόλι του και σκοτώνει τον πρώτο εργάτη Θεμιστοκλή Κουζούπη», λέει ο κ. Λιβάνιος και εξιστορεί τον πανικό που ακολούθησε μέσα σε μια πραγματική μάχη. Γυναίκες και παιδιά πετροβολούσαν τους χωροφύλακες, ο κόσμος πέταξε στη θάλασσα τον υπομοίραρχο και έναν αστυνομικό και άλλοι πυροβολούσαν από τα γραφεία της εταιρείας προς το πλήθος. Το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν τέσσερις εργάτες και δύο αστυνομικοί και να υπάρξουν πολλοί τραυματίες.

Στο τέλος νίκησαν
«Όταν ηρέμησαν τα πνεύματα, τα αιτήματα έγιναν δεκτά. Αυξήθηκε το ημερομίσθιο, δημιουργήθηκε ταμείο αλληλοβοήθειας και, κυρίως, η εφαρμογή του οκταώρου. Οι Γρόμαν συνέχισαν την εξόρυξη μέχρι τα χρόνια του πολέμου, όταν ο εγγονός του ιδρυτή, Αιμίλιος Β’, κατατάχτηκε στα Ες Ες και μετείχε σε πολλές καταστροφές, ιδίως στην Κρήτη».

Σήμερα στο νησί υπάρχουν πολλοί απόγονοι των εργατών και κάθε χρόνο γίνονται εκδηλώσεις μνήμης. Μεταπολεμικά τα μεταλλεία λειτούργησαν κατά περιόδους και έκλεισαν οριστικά το 1965. «Το 1984 η ιστορία ήρθε πάλι στο φως. Ήταν η εποχή όπου άρχισαν να μιλούν, καθώς επί χρόνια όλα τα «σκέπαζε η φοβέρα»», λέει ο κ. Λιβάνιος. Ένα μέρος από το αρχείο της εταιρείας κάηκε όταν ξέσπασε η μεγάλη φωτιά πριν από δύο χρόνια. Το διοικητήριο ανήκει στον Δήμο Σερίφου, ωστόσο υπάρχει η σκέψη αξιοποίησης ως μουσείο και συνεδριακό κέντρο.

Γιώργος Αποστολίδης

Σχολιάστε

16 Αυγούστου 1943 : Το φρικιαστικό έγκλημα των ναζί στο Κομμένο Άρτας.

κομμενο

Πηγή: kar.org.gr από tvxs.gr

Εβδομήντα δύο χρόνια συμπληρώθηκαν από το ολοκαύτωμα στο Κομμένο Άρτας από τους Ναζί.
Ήταν 16 Αυγούστου του 1943 όταν ο διοικητής του 12ου Λόχου Υπολοχαγός Ρέζερ έδωσε τη διαταγή «Θα μπούμε στο χωριό και δεν θα αφήσουμε τίποτε όρθιο».

Οι μαρτυρίες των κατοίκων που επέζησαν προκαλούν φρίκη. Το απόγευμα της 15ης Αυγούστου 1943, ο 12ος Λόχος του 98ου Συντάγματος 1ου Ορεινού Τμήματος, που είχε στρατοπεδεύσει σε μια κοιλάδα στα βόρεια ακριβώς της Άρτας, κάπου κοντά στη Φιλιππιάδα, κλήθηκε να βγει από τις σκηνές του. Ο διοικητής του Συντάγματος, Συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έβγαλε έναν κοφτό ολιγόλογο, τυπικό λόγο «Γερμανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί. Είναι καιρός για σκληρά μέτρα εναντίον των ανταρτών. Αύριο το πρωί θα ξεκληρίσουμε ένα λημέρι τους». O Συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, ήταν ένας νεαρός διοικητής φορτωμένος με παράσημα, αυτοδημιούργητος άντρας που του άρεσε να παινεύεται ότι είχε μετατρέψει το 98ο σε Σύνταγμα για τον Χίτλερ.

Καθώς περάσανε τα μεσάνυχτα στο Κομμένο, οι περισσότεροι κάτοικοί του άρχισαν σιγά σιγά να πηγαίνουν στα σπίτια τους για ύπνο, κουρασμένοι από τις προετοιμασίες του πανηγυριού, από το γλέντι και το πιοτό, χωρίς να υποψιαστούνε τίποτα για το τι επρόκειτο να συμβεί. Την ίδια ώρα περίπου, μια φάλαγγα από 22 αυτοκίνητα και ένα στρατιωτικό τζιπ, ξεκίνησε από την κοιλάδα κοντά στην Φιλιππιάδα μεταφέροντας τους περισσότερους άντρες του 12ου Λόχου, γύρω στους 100 στρατιώτες. Στις 5.00 το πρωί σταμάτησαν έξω από το χωριό. Ο 25χρονος Διοικητής του 12ου Λόχου Υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, τους συγκέντρωσε και έδωσε τις διαταγές του. «Θα μπούμε στο χωριό και δεν θα αφήσουμε τίποτε όρθιο» είπε. Χρησιμοποιώντας το πέτρινο καμπαναριό της εκκλησιάς (χτίσμα του 1855) για παρατηρητήριο, χωρίστηκαν σε εκτελεστικά αποσπάσματα, παίρνοντας και τις τελικές οδηγίες της επέμβασης.

Xαράματα 16ης Αυγούστου ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις όλμων που είχαν τοποθετηθεί σε τρία επίκαιρα σημεία του χωριού. Αμέσως αρχίσανε οι πυροβολισμοί και η διασταύρωση των πυρών, ενώ τα πυροβόλα και τα οπλοπολυβόλα δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή, δίνοντας την εντύπωση κάποιας σκληρής μάχης. Καθώς εισέβαλαν στα σπίτια, ολόκληρες οικογένειες αιφνιδιάστηκαν στον ύπνο και μη μπορώντας να αντιδράσουν, έπεφταν νεκρές από τις σφαίρες των όπλων και τα βλήματα των χειροβομβίδων. Γέροι άνθρωποι, ανάπηροι, ακόμη και τυφλοί, σκοτωθήκανε επιτόπου. Κορίτσια με την απειλή των όπλων βιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση από τους γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι, αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη ένστικτά τους, έκοβαν τους μαστούς και τις έσφαζαν σα ζώα. Έβρεχαν βαμβάκι με βενζίνη, το τοποθετούσαν στα στόματα των βρεφών που κοιμόντουσαν ακόμη στην κούνια τους και το άναβαν. Μια γυναίκα έγκυος, αφού της ανοίξανε την κοιλιά, βγάλανε από εκεί το έμβρυο που σε λίγες μέρες θα έφερνε στον κόσμο και το εναποθέσανε στα χέρια της. Έτσι βρέθηκε η γυναίκα. Νεκρή με ανοιγμένα σπλάχνα και το αγέννητο παραμορφωμένο νεκρό, στα χέρια της.
Άλλα από τα παιδιά τα εκτελούσαν στον κρόταφο με μια σφαίρα περιστρόφου, ενώ άλλα τα κάρφωναν με τις ξιφολόγχες τους παρ’ όλη την αθωότητα και τα κλάματα τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σχολιάστε

9 Αυγούστου 1942 – Ο αγώνας του θανάτου – Όταν μια χούφτα ποδοσφαιριστών από το Κίεβο ταπείνωσε τους ναζί (βίντεο).

www.kar.org.gr_2015-04-28_07-11-06_screenshot_59-1

Πηγή: kar.org.gr

Έχει καταγραφεί στην ιστορία σαν μια από τις περιπτώσεις που ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια ενός αθλητικού γεγονότος. Αντίθετα, το αποτέλεσμα δεν έχει να κάνει μόνο με την επιτυχία στον αγωνιστικό χώρο, αλλά με την αντίστοιχη στη μάχη της υπεράσπισης των ιδεών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, στην υπεράσπιση του σοσιαλισμού, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας. Μιας μάχης που στο τέλος μπορεί να περιμένει ο θάνατος, αλλά όταν αυτό γίνεται για τα ιδανικά τότε ακόμα και το τέλος περιβάλλεται με τιμή.

Η ιστορία του περίφημου «αγώνα του θανάτου» στο κατεχόμενο από τους ναζί Κίεβο το 1942, όπου κατέληξε στην εκτέλεση 15 Σοβιετικών ποδοσφαιριστών από την Ουκρανία, αφού τόλμησαν να αμφισβητήσουν με συγκεκριμένο τρόπο τους κατακτητές, είναι συγκλονιστική. Αλλά και διδακτική. Γιατί δείχνει ότι μια χούφτα άνθρωποι γαλουχημένοι με τις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν υπέκυψαν και δεν πρόδωσαν τα ιδανικά τους ούτε όταν βρέθηκαν… κατάφατσα με το θάνατο.

Η αρχή

Κίεβο 1941. Η πείνα, η εξαθλίωση αλλά και οι εκτελέσεις σε καθημερινή βάση είναι η πραγματικότητα στην ουκρανική πόλη που στενάζει κάτω από το ζυγό των ναζί, ενώ η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Κατά την κατάκτηση του Κιέβου οι ναζί πιάνουν περίπου 630.000 αιχμαλώτους ανάμεσά τους και πολλούς αθλητές που ανήκουν στην ομάδα της Ντιναμό Κιέβου.

Μιας ομάδας που είχε ιδρυθεί το 1927 από δυο νεαρούς Σοβιετικούς αξιωματικούς της αστυνομίας προκειμένου και στο Κίεβο (όπως και σε άλλες πόλεις) να υπάρχει παράρτημα του αθλητικού σωματείου Ντιναμό Κλαμπ που είχε ιδρύσει η Σοβιετική Αστυνομία. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι περισσότεροι αθλητές αιχμάλωτοι ήταν αστυνομικοί έκανε τους ναζί να τους θεωρήσουν επικίνδυνους μπολσεβίκους και φυσικά έτυχαν… ειδικής μεταχείρισης. Όμως, η τύχη έπαιξε ένα καθοριστικό παιχνίδι.

Ο επικεφαλής ενός αρτοποιείου που είχαν ανοίξει οι ναζί για τις ανάγκες του στρατού και δούλευαν Ουκρανοί εργάτες Γιόζεφ Κόρντιτς είχε μια απρόοπτη και καθοριστική συνάντηση. Ξαφνικά συνάντησε ένα πρωί σε άθλια κατάσταση από τις κακουχίες και τραυματισμένο από τον πόλεμο ίσως το μεγαλύτερο όνομα της προπολεμικής ποδοσφαιρικής Ντιναμό Κιέβου (αλλά και του τότε σοβιετικού ποδοσφαίρου) τον Κόλια Τρούσεβιτς.

Αφού τον πήρε στο αρτοποιείο όπου ανάμεσα στους εργάτες υπήρχαν αρκετοί αθλητές της ομάδας του Κιέβου, η ιδέα της συγκρότησης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στις αρχές του 1942.

Ο Τρούσεβιτς άρχισε να ψάχνει για πρώην συμπαίκτες που ίσως να είχαν επιζήσει της γερμανικής επιδρομής όπως και για υπόλοιπους γνωστούς του παίκτες από άλλες ομάδες. Σε λίγο καιρό είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί τόσο από την Ντιναμό όσο και από άλλους συλλόγους.

kievo

Η ώρα της καταξίωσης

Την ίδια εποχή, στα πλαίσια της προπαγάνδας των ναζί στην πόλη και με τη βοήθεια ενός δοσίλογου του Ουκρανού εθνικιστή και πρώην ποδοσφαιριστή του Γκιόργκι Σφετσόφ επανέφεραν το ποδόσφαιρο στην πόλη δημιουργώντας παράλληλα και μια ομάδα τη Ρουχ. Ο Σφετσόφ προσπάθησε να πείσει όσους παίκτες ήταν στο αρτοποιείο και αποτελούσαν σπουδαία ονόματα του ποδοσφαίρου (ιδιαίτερα μάλιστα τον Τρούσεβιτς) να ενταχθούν στην ομάδα κυρίως για προπαγανδιστικούς λόγους. Το γεγονός όμως ότι ήταν συνεργάτης των Γερμανών και οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές της Ρουχ ήταν ομοϊδεάτες του δεν ενθουσίασε τους πρώην Σοβιετικούς ποδοσφαιριστές που με μπροστάρη τον Τρούσεβιτς αρνήθηκαν και δημιούργησαν τον δικό τους σύλλογο που ονόμασαν FC Start. Toν Ιούνιο του 1942 ορίζεται η έναρξη του λεγόμενου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος Κιέβου με τον πρώτο αγώνα να είναι αυτός μεταξύ της Ρουχ και της Σταρτ.

Για τον δοσίλογο Σφετσόφ το παιχνίδι είναι ένα μεγάλο στοίχημα, προκειμένου να τιμωρήσει την άρνηση των σοβιετικών αθλητών αλλά και να γίνει πιο αρεστός στους ναζί εάν η Ρουχ νικούσε. Οι παίκτες της Ρουχ ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι. Άδειες από τις δουλειές τους, καλύτερο υλικό εξοπλισμό, οργανωμένη προπόνηση. Στην αντίπερα όχθη, οι παίκτες της Σταρτ εκτός από τις μάλλινες φανέλες που κάπου είχαν βρει εγκαταλειμμένες τίποτα άλλο οργανωμένο. Ο καθένας ό,τι παπούτσια έβρισκε, προπόνηση στα διαλείμματα της δουλειάς (αφού το αρτοποιείο οι ναζί το ήθελαν ανοιχτό 24 ώρες). Όμως είχαν κάτι άλλο…

Το πάθος να υπερασπιστούν τα ιδανικά τους. Κάτι που φάνηκε στα λόγια του Τρούσεβιτς λίγο πριν τον αγώνα, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες τόνισε στους συμπαίκτες τους. «Δεν έχουμε όπλα να τους πολεμήσουμε. Θα παίξουμε με τα χρώματα της σημαίας μας. Οι φασίστες θα καταλάβουν ότι αυτό το χρώμα είναι ανίκητο». Και πραγματικά το τελικό σκορ 7-2 υπέρ της Σταρτ μαρτυράει το τι έγινε στο γήπεδο. Και ήταν μόνο η αρχή. Ακολούθησαν οι νίκες επί μιας ομάδας Ούγγρων στρατιωτών (συνεργάτες των Ναζί) με 6-2, μιας αντίστοιχης Ρουμάνων στρατιωτών (επίσης συνεργάτες) με 11-0 και μιας επίλεκτης του γερμανικού στρατού με 6-0.

Το τέλος…

Οι νίκες της Σταρτ είχαν πάρει μια μορφή αντίστασης, αφού οι κάτοικοι του Κιέβου έβλεπαν με αυτόν τον τρόπο την αμφισβήτηση των κατακτητών. Από την άλλη, οι ναζί και ντόπιοι συνεργάτες είχαν αρχίσει να θορυβούνται από το γεγονός και ιδιαίτερα μετά την ήττα της ομάδας του γερμανικού στρατού. Γι’ αυτό και αποφάσισαν να ορίσουν αντίπαλο της Σταρτ μια ομάδα επίλεκτων της Λουτβάφε, τη Φλάκελφ. Το πρώτο πείραμα στις 6 Αυγούστου αποτυγχάνει πλήρως για τους κατακτητές, αφού η ομάδα της Λουτβάφε χάνει με 5-1. Τώρα οι ναζί όρισαν αγώνα ρεβάνς τρεις μέρες μετά, στις 9 Αυγούστου.

Την ίδια ώρα ζητούν διπλασιασμό της παραγωγής του αρτοποιείου, με αποτέλεσμα στους παίκτες να μένει κάτι λιγότερο από τρεις ώρες τη μέρα για ύπνο. Αρχίζουν να απειλούν με εκτελέσεις και επιβάλλουν κλίμα τρομοκρατίας στους εργαζόμενους του αρτοποιείου έχοντας σαφή στόχο να τρομάξουν τους ποδοσφαιριστές που εργάζονται εκεί.

Ο λαός του Κιέβου όμως την ημέρα του αγώνα ξέροντας τις τακτικές των ναζί δίνει βροντερό «παρών» κατακλύζοντας το γήπεδο της Ζενίτ και αψηφώντας τις δυνάμεις κατοχής που πάνοπλες έχουν περικυκλώσει το γήπεδο και τους γύρω χώρους. Η γερμανική ομάδα εμφανίζεται με 7 καινούργιους παίκτες σε σχέση με το πρώτο παιχνίδι, ενώ διαιτητής αναλαμβάνει ένας αξιωματικός των SS.

Η αντίδραση των ποδοσφαιριστών της Σταρτ στο ξεκίνημα να μην χαιρετίσουν φασιστικά (παρά το γεγονός ότι τους είχαν επιβάλει να το κάνουν) αλλά να βάλουν το χέρι στο μέρος της καρδιάς έδειξε στον κόσμο ότι παρά τις δύσκολες συνθήκες και το γεγονός ότι οι Γερμανοί ήθελαν πάση θυσία τη ρεβάνς δεν θα τους κάνουν τη …χάρη. Και πραγματικά έτσι έγινε. Παρά τα τερτίπια του διαιτητή και την αντιαθλητική συμπεριφορά των αντιπάλων παικτών το τελικό σκορ έγραψε 5-3 υπέρ της Σταρτ ξεσηκώνοντας όλους όσοι βρέθηκαν στις εξέδρες.

Την ίδια ώρα Γερμανοί αξιωματούχοι και στρατιώτες δεν μπορούν να κρύψουν την ταπείνωση. Και αποφασίζουν να δράσουν… Διατάσσουν «έκτακτη ανάκριση» και αμέσως μετά το παιχνίδι οι ποδοσφαιριστές οδηγούνται στα γραφεία της γερμανικής διοίκησης. Δυο μέρες μετά, κάποιοι θα τους δουν να φορτώνονται σε στρατιωτικό φορτηγό με ισχυρή συνοδεία. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που κάποιος πολίτης του Κιέβου είδε τους ήρωες παίκτες της Σταρτ…

Ο «Αγώνας του Θανάτου» βραβεύτηκε τον Ιούνιο 2002, με το βραβείοEuro-Cominius (ευρωπαϊκό βραβείο για ιστορικά ντοκιμαντέρ). Στο ντοκιμαντέρ, που γυρίσθηκε στην Ουκρανία και την Γερμανία, μιλούν θεατές του αγώνα και βετεράνοι ποδοσφαιριστές της εποχής, συγγενείς των παικτών της «Σταρτ» καθώς και ιστορικοί…

Περιέχει σπάνιες εικόνες αρχείου από το κατεχόμενο Κίεβο και στιγμιότυπα ποδοσφαιρικού αγώνα ανάμεσα σε Εβραίους κρατούμενους και τους Ναζί δεσμοφύλακές τους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης…

Πηγές: sday.gr, tvxs

Σχολιάστε